Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2007

ΘΥΜΟΣ Ή ΟΡΓΗ;

Βγαίνω από τον λαβύρινθο. Ξυπνώ, πεινώ, διψώ. Ακόμη κι η Νιόβη ζήτησε να φάει και να πιει την άλλη μέρα, βουτηγμένη στο πένθος. Αν πρέπει να πάω, τουλάχιστον ας πάω υγιής. Πρέπει να μάθω να ζω διαφορετικά από πριν.. Από το μηδέν. Πρέπει να το θυμάμαι.
Ο θυμός ήλθε αμέσως μετά.
Θέλω να γεμίσω τη θάλασσα με ξεραμένη χολή, να διεισδύσω στα πέτρινα μπατζάκια της οργής, να χιλιάσω τα θύματα της νευραλγίας που συχνάζουν στο καταγώγι της απιστίας. Κλαίω, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορώ να κατανοήσω το δάκρυ και από που πηγάζει. Υστερία, είναι το χαμόγελο αυτό που καταπίνει αρειμανίως τα δάκρυά μου. Ματώνω και ματώνω και πικρίζω τα μπετονένια κουτιά με τον ιδρώτα απο τις μασχάλες μου και τα αυτιά μου, σε σημείο που δεν θα μπορέσει ποτέ, ούτε ένας από αυτούς που το επιθυμούν, να ψοφήσει μια μέρα μέσα τους. Θα προσπαθήσω να τα βγάλω όλα έξω σε κοινή θέα, γιατί δεν είμαι ούτε ο Ιησούς, ούτε ο Αδόλφος, αλλά κάποιος που μαθαίνει να πιάνεται από το ψυχικό του μόριο τώρα και διασχίζει και διαπερνά δεσμούς, δομές, αγωγούς και ηχομονώσεις.
Με προστάζει ο προσωπικός μου δαίμονας να εξιχνιάσω την υπαρξιακή μου αγωνία, προβάλλοντάς τη στο πληθωρικό στήθος της ξανθιάς, στους υποψήφιους μνηστήρες της, στις δυστυχισμένες μανάδες τους, στις πλεγμένες από τις ίδιες κουρτίνες του δωματίου όπου αφήνουν να καλπάζει φρενιασμένη η οσφυαλγία τους, στους ξεκληρισμένους που τα πίνουν στο καφενείο περηφανευόμενοι για τον κυρτό ανδρισμό τους και δεσμευμένοι στο αιώνιο παιχνίδι της κατάστικτης στιχουργίας που βουλιάζει τις κόρες, στο ψάθινο καπέλο του γέρου που σκεδάζει τις φωτεινές ρομφαίες απ΄ τις ηλεκτρικές θερμοκοιτίδες και στεγνώνει ένα ποτηράκι γεμάτο πόνο αποσταγμένο σε ρακί, στην οικογενειακή του δεντροστοιχία που ξεριζώθηκε από τη βιομηχανία για χάρη της τεχνολογίας, στο όνομα της παγκοσμιοποίησης, κάτω από το ηλιόφιλο γυαλί του θανάτου, πίσω από το προπέτασμα καπνού που άφησε πίσω του ο ίδιος στα λαγωνικά που τον καταδιώκουν ακόμα μνήμες, μνήμες, μνήμες, είστε σκληρές σαν γκουβερνάντες και βασανιστές. Θαυμάζω τα ξέφτια και τα ρετάλια όλου του κόσμου, γιατί αυτοί είναι η αλήθεια. Είναι η αλήθεια, πως αυτοί είναι μια στυγνή δολοφονία με κανένα κίνητρο και με την πιο γεμάτη φιλαυτία τύψη. Στην υγειά τους αποσυνδέω τη δική μου!
Εχθές μέθυσα, όπως δεν έχω μεθύσει ποτέ. Αρχικά ήμουν ο εαυτός μου (μετά τις μπύρες). Κατά δεύτερο στάδιο, ήμουν ένα καθαρόαιμο που καίει αλκοόλ και τραβάει όλα τα βλέμματα πάνω του (μετά τις μαυροδάφνες και τα ουίσκι). Τέλος, ήμουν ένα σκουπίδι που το τσαλάκωσε το οινόπνευμα (μετά τον δεύτερο γύρο μπύρες) και το πέταξε στον δρόμο. Έκλαψα και κοπάνησα με το δεξί μου τα πάντα. Έπεσα κι έσκισα το τζιν μου. Αρκετά με το ποτό. Διώχνω τους ανθρώπους μακριά. Όχι τίποτε άλλο, μα νομίζω πως δεν αντέχουν την ανάσα μου. Στην χειρότερη, θα το μειώσω. Το πήρα απόφαση λοιπόν! Τελείωσε! Από αύριο θα το κόψω! Από αύριο κιόλας! Απόψε όμως θα γιορτάσω την απόφασή μου! Απόψε θέλω ακόμα και τα κουνούπια που μου πίνουν το αίμα να γίνουν λιώμα...

Σημείωση : Οι αναφερόμενοι χαρακτήρες είναι, προφανώς, φανταστικοί. Όποιος θελήσει να τους συνδέσει με υπαρκτά πρόσωπα πλανάται πλάνη οικτρά. Το πολύ-πολύ ν’ αντικρίσει τον εαυτό του στους χαρακτήρες αυτούς και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

3 σχόλια:

Μαρω_Κ είπε...

Επανήλθατε στο φως των ημερών.
Αν και υποψιάζομαι ότι μετά την μέθη σας, θα σα φέρνει πονοκέφαλο.
Δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να πω κάτι κοινότοπο : "Σκύλοι γλείφουν την καρδιά μου".
Welcome back.

Θερμεσiλαος είπε...

@ μαρω_κ
ξέρετε, τρέφω μια ιδιαίτερη αδυναμία στους σκύλους...

Dawkinson είπε...

καλώς τον! πολύ χαίρομαι!!!!!