Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Ανεπίδοτη επιστολή προς έναν εκκλησιαζόμενο νέο
Θα σε αποκαλώ φίλε. Γιατί ναι μεν ίσως να μας χωρίζουν πολλά (εσύ το λες) αλλά μας ενώνουν (πιστεύω) περισσότερα. Τις θέσεις μου τις επαναλαμβάνω λοιπόν και νομίζω ότι είναι ξεκάθαρες. Τουλάχιστον για μένα.
Στην πορεία όμως ίσως τα πράγματα να αλλάξουν, πάντα ψάχνω. Λοιπόν: Μελετώντας κανείς προσεκτικά τον λόγο του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, διαπιστώνει ότι αυτός προσπαθεί συστηματικά να επιβάλει μεταξύ άλλων μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη της «ελληνικότητας», στηριζόμενη εν πολλοίς σε ένα «αυτονόητο» αξίωμα: την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, ταύτιση που συνεπάγεται ότι μόνο μέσα από την προσκόλλησή της στην Ορθοδοξία μπορεί η σύγχρονη Ελλάδα να διατηρήσει την πολιτισμική της ταυτότητα.
Το αξίωμα αυτό έχει καθαρά ιδεολογικό χαρακτήρα, ανήκει δηλαδή σε ένα κλειστό και ενιαίο σύστημα σκέψης το οποίο έχει επικριθεί συχνά -και σίγουρα όχι άδικα- ως σκοταδιστικό, αντιορθολογιστικό (ο αρχιεπίσκοπος και το περιβάλλον του δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να διατρανώσουν την αντίθεσή τους στις φιλοσοφικές αρχές του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού) και λανθανόντως φασιστικό.
Όλες αυτές οι επικρίσεις βέβαια με μεγαλοπρέπεια απορρίπτονται από τον αρχιεπίσκοπο και τους συν αυτώ λαμπρούς διανοητές, ως προερχόμενες «έξωθεν» του ιδεολογικού τους συστήματος: Γι' αυτούς τέτοιες κατηγορίες εκπορεύονται από ανθρώπους που αδιαφορούν για την ελληνικότητα και τη διάσωση του «ελληνικού πνεύματος», που στην ουσία, εφόσον απορρίπτουν συλλήβδην την ορθόδοξη ιδεολογία, δεν είναι καν Έλληνες, αλλά «Γραικύλοι», όπως προσφυώς τους χαρακτήρισε ο κ. Χριστόδουλος. Τι γίνεται, όμως, αν εξετάσουμε την ορθόδοξη ιδεολογία «από μέσα», αποδεχόμενοι κατ' αρχήν το θεμελιακό αυτό αξίωμα; Τι γίνεται δηλαδή αν πιστέψουμε κατά γράμμα τον λόγο του αρχιεπισκόπου και αναζητήσουμε πολύ απλά ποια είναι τέλος πάντων η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση μιας πολιτισμικής ταυτότητας για την Ελλάδα τού σήμερα;
Εδώ όποιος καλόπιστα ακολουθήσει τον λόγο του Χριστόδουλου θα διαπιστώσει σύντομα ότι υπάρχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα: η Ορθοδοξία μιλάει για ελληνικό πολιτισμό αλλά δεν παράγει καθόλου η ίδια ελληνικό πολιτισμό. Και αυτή η διαπίστωση αποτελεί κόλαφο για τον κ. Χριστόδουλο και τους εμβριθείς θεωρητικούς τής νεορθοδοξίας. Ποιοι έφτιαξαν (με έργα, κι όχι με λόγια), τον ελληνικό πολιτισμό του 20ου αιώνα; Οι διανοούμενοι, που προσπάθησαν αγωνιωδώς να διαμορφώσουν το πολιτισμικό πρόσωπο της νεότερης Ελλάδας ήταν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από παγερά αδιάφοροι ως προς την Ορθοδοξία έως κατηγορηματικά αντίθετοι σ' αυτήν.
Τι σχέση με την Ορθοδοξία είχαν ο Καβάφης, ο Σικελιανός, ο Χατζιδάκις, ο Ξενάκης, ο Κουν, ο Καζαντζάκης; Τι αποκόμισαν από αυτήν ο Ταχτσής, ο Τσαρούχης, ο Κουνέλλης, ο Αξελός, ο Καστοριάδης ή ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος; Όλοι αυτοί (είναι άραγε τυχαίο;) ανήκουν στις κατηγορίες εκείνες του πληθυσμού που εξ ορισμού αποκλείονται από το εθνοσωτήριο όραμα της ελληνοχριστιανικής ακροδεξιάς: ειδωλολάτρες, μαρξιστές, Εβραίοι, κίναιδοι, καθολικοί, αιρετικοί, ανθέλληνες.
Ακόμα και όσοι χρησιμοποίησαν ποικιλοτρόπως την ορθόδοξη παράδοση στο έργο τους (Θεοδωράκης, Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος), το έκαναν πάντα μετουσιώνοντάς την δημιουργικά και εντάσσοντάς την σ' ένα ευρύτερο πολιτισμικό πλέγμα του οποίου αποτελούσε ένα τμήμα μόνο (έτσι π.χ. το «έντεχνο λαϊκό τραγούδι», δημιούργημα του Θεοδωράκη, αποτελεί μια απόπειρα σύνθεσης της Βυζαντινής με τη Δυτική μουσική παράδοση).
Όχι μόνον η φανατική προσκόλληση στην Ορθοδοξία δεν αποτελεί αντίδοτο στην πρωτοφανή κρίση ταυτότητας που πλήττει την Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, αλλά αντίθετα είναι το φυσικό συμπλήρωμα αυτής της κρίσης: Σε μια χώρα όπου οι πολιτισμικοί προβληματισμοί τού μέσου πολίτη (ιδίως νεαρής ηλικίας) εκφράζονται από υψιπετή στιχουργήματα του στιλ «Εγώ δεν πάω Μέγαρο / Θα μείνω με τον παίδαρο» και συνοψίζονται στο πού θα πάει για κλάμπινγκ το βράδυ, πώς θα του κάτσει καμία Ρωσίδα γκόμενα ή καμία Ολλανδέζα στα νησιά, τι χρώμα θα έχει το 4x4 και αν θα ανανεώσει με 300 στον Παναθηναϊκό ο Καραγκούνης, είναι φυσικό το ιδεολογικό κενό που υπάρχει να καλύπτεται, με τη συνενοχή βέβαια των ιδιωτικών ΜΜΕ, από τον παθιασμένο λαϊκισμό των κηρυγμάτων του κ. Χριστόδουλου, που τραβούν τα πλήθη όπως το πυροφάνι τα ψάρια.
Η ριζοσπαστικοποίηση του λόγου των θεωρητικών της νεορθοδοξίας αποσκοπεί λοιπόν ακριβώς στο να κρύψει την ανικανότητά τους να διατυπώσουν μια ουσιαστική πολιτισμική πρόταση για την Ελλάδα τού σήμερα. Και η ανικανότητα αυτή είναι ενδογενής, οφείλεται δηλαδή στις θεμελιακές αρχές του ίδιου του ορθόδοξου ιδεολογικού συστήματος. Όπως είχε παρατηρήσει πολύ σωστά ο Καστοριάδης, η ορθόδοξη σκέψη, σε αντίθεση με την αρχαιοελληνική, είναι «ετερόνομη»: δεν αντιμετωπίζει δηλαδή την πολιτισμική παράδοση ως ένα ανοιχτό σύστημα ιδεών που αμφισβητείται, αναδιαμορφώνεται, ανανεώνεται και επανερμηνεύεται διαρκώς, αλλά σαν ένα κλειστό σύνολο ιδεολογικών αξιωμάτων, τα οποία αποτελούν απόλυτες και οριστικές αλήθειες, θέσφατα και δεν επιδέχονται ως εκ τούτου καμία μεταβολή.
Αυτό ακριβώς δηλώνει και η ίδια η λέξη «Ορθοδοξία»; Εννοείται βέβαια ότι, με τέτοιες αρχικές προδιαγραφές, «ζωντανός» πολιτισμός είναι αδύνατο να φτιαχτεί, γι' αυτό και η «ελληνορθόδοξη» κουλτούρα εκφυλίζεται, αργά αλλά σταθερά, σ' ένα ανούσιο βυζαντινό φολκλόρ τουριστικού τύπου, όταν δεν εξαντλείται σε επιθετικές φαιδρότητες. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σε πολιτισμικούς τομείς που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τους ίδιους τους ορθόδοξους, εκείνοι απέτυχαν εντελώς να δημιουργήσουν νέες προτάσεις: Προξενεί εντύπωση π.χ. η παντελής απουσία θεολογικής σκέψης, έρευνας και προβληματισμού από την πλευρά της Ορθοδοξίας καθ' όλη τη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας, όταν η Δύση εμφάνιζε διαδοχικά τον Θωμά τον Ακινάτη και όλη τη σχολαστική φιλοσοφία, τους θεολόγους της Μεταρρύθμισης, τον Πασκάλ, τους θεολόγους της σχολής του Port-Royal κλπ.
Σε καθαρά πολιτισμικό επίπεδο (ας μη μιλήσουμε καν για το πολιτικό.), η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ιδεολογία που εκπροσωπεί είναι λοιπόν μια ανασχετική δύναμη, ανίκανη να προσδώσει πραγματικά ένα πολιτισμικό στίγμα στην Ελλάδα, ένα άχρηστο βάρος στην ουσία για τη χώρα μας.
Η διατήρηση από την Πολιτεία του «Ελληνοχριστιανισμού» ως κυρίαρχου ιδεολογικού σχήματος στην Ελλάδα (διατήρηση που εκφράζεται κύρια μέσα από την πεισματική άρνηση του χωρισμού Κράτους /Εκκλησίας) έχει να κάνει περισσότερο με την αποφυγή της σύγκρουσης με μια παγιωμένη εξουσία και λιγότερο με την πραγματική προσφορά της Ορθόδοξης Εκκλησίας σήμερα στην πατρίδα μας. Αλλά βέβαια αυτό δεν θα πρέπει να μας ξεγελάει: ο Ελληνισμός υπήρχε πριν από την Ορθοδοξία και θα υπάρξει και μετά από αυτήν.

ΥΓ Με την Λέξη Ορθοδοξία αναφέρομαι στην Ορθόδοξη Εκκλησία του σήμερα και τους επίσημους εκφραστές της. Όχι την Ορθοδοξία σαν φιλοσοφία ή στάση ζωής.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Τι να γράφουμε…τι να λέμε… ή… Ο σπαραγμός των προσώπων και του λόγου.

Εν όψει του άλλου. Δεν υπάρχει άλλος αλλά πάντα εν όψει του άλλου.
Σ' αυτό αποβλέπει κανείς. Σταδιακά. Τα πόδια λυγίζουν και μετά ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα. Τα μάτια είναι ανοιχτά αλλά δεν βλέπουν. Βλέπουν αλλά δεν είναι αυτό που βλέπουν. Δεν βλέπουν αυτό που βλέπουν. Σα να τα πνίγουν τα δάκρυα. Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας αλλά και σαν τρεις ανώνυμοι άνθρωποι, άνθρωποι χωρίς όνομα να τους ονομάσεις, ο Α', ο Β' και ο Γ', τρεις άστεγοι ένα βράδυ στην πλατεία μιας πόλης, άνθρωποι και πράγματα ανακατεμένα, άνθρωποι χωρίς πράγματα, αυτοί μόνοι και οι σκιές τους, πιάνουν το λόγο ο ένας του άλλου και τον πηγαίνουν για να τον ξαναρχίσουν ενώ αυτός είναι ήδη μακριά.
Προβλέπει και εκτρέπεται από την ευθεία του, ψάχνει γι' αυτό που ξέρει, «ξέρετε πώς γίνεται», μιλά γι' αυτό που δεν ξέρει, λόγια μασημένα δάφνη, δαφνόλογα ενός μάντη που παρέκρουσε, που επιμένει πως «δεν υπάρχει άλλος», αφού «πάντα (ζούμε, γράφουμε, σιωπούμε) εν όψει του άλλου» .
Το «εν όψει» δεν είναι ο άλλος. Τον άλλον, τον «πραγματικό», ας τον ανακαλύψουν οι πολιτιστικές σπουδές. Εδώ, «εν όψει του άλλου», η αναζήτηση του αυτού. Κόλαση ο άλλος, κόλαση και το αυτό. Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας συνοψίζουν ο Α', ο Β' και ο Γ' τι μέλλει γενέσθαι. Σε αντίθεση με το χορό της τραγωδίας, αναλαμβάνουν αυτοί να την τελειώσουν. Αιματηρά. Στη χώρα του Οιδίποδα δεν μπορείς να μιλάς γι' αυτόν σαν να ήταν ένας ακόμα, έστω και Αντι-Οιδίποδας. Ακόμα κι αν τον γεννήσεις, οφείλεις να τον σκοτώσεις. Όλα λοιπόν παίζονται. Η υπερβολή του μπαρόκ μήπως; Ναι, για να ξεφύγεις την παγίδα ενός ακόμα «κλασικού» που θα καταντούσε κιτς.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Πήρα αυτό το μήνυμα και έφριξα...

Den xreiazetai na deite to video. apla voitheiste na kikloforisei to onoma..


http://www.youtube.com/watch?v=8_avyVTv-Cw


Edw o kyprios (kamia empa8eia me ayto) foithths Panagiwths Kyriakou (Παναγιώτης Κυριάκου) pou spoudazei sth XIO sto tmhma " Mhxanikwn Oikonomias kai Dioikhshs
tou Panepisthmiou AIgaiou " vasanizei me kayto ladi ena adespoto skyli ...

Kai afta einai a) to mail tou Foititikou Syllogou sto sygekrimeno tmima b) to mail tis grammateias tou.
Nomizo oti efoson toulaxiston emmesa dysfimizei to Panepistimio, tha borousame na steiloume merika minymata zitontas na paroun thesi kai na min deixoun epieikia.
__ __.,_._
FoititikosSyllogos@fme.aegean.gr

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007

Πώς απαντούν οι επαγγελματίες, σε περίοδο αναδουλειάς, στην ερώτηση "πώς πάει η δουλειά;"



Μελετητές: Δήμοι
Φούρναρης: ψίχουλα
Μανάβης: κολοκύθια
Αγρότης: ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι
Ανθοπώλης: μαρασμός
Υφασματέμπορος: πανί με πανί
Ψαράς: ούτε λέπι
Φαρμακοποιός: με το σταγονόμετρο
Ηλεκτρολόγος: δεν βλέπω φως
Υδραυλικός: μούφα η δουλειά
Εμπορος χαλιών: Χάλια
Κομμωτής: τρίχες
Ψιλικατζής: ψιλοπράγματα
Νεκροθάφτης: ψόφια πράγματα
Ο απέναντι νεκροθάφτης: μεγάλη νέκρα
Βοθρατζής: σκατά
Τσατσά: πουτσες
Πόρνη: αραχνιάσαμε
Πρωθυπουργός: Παραλάβαμε χάος

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2007





Θεοί και θείο, ένστικτο και συνείδηση.

Στον αρχαίο κόσμο ο άνθρωπος αποδέχεται τη φυσική του θέση «μέσα στην αμετακίνητη και αδιαμφισβήτητη ιεραρχία των όντων και των πραγμάτων». Είναι εκπληκτικός ο τρόπος της κλασικής έκφρασης προς το θραυσματικό χαρακτήρα των νεότερων χρόνων. Θεοί και θείο, κόσμος και ελευθερία, ένστικτο και συνείδηση είναι οι έννοιες που με απασχολούν για να ερμηνεύσω φέρ’ ειπείν, τον «Μοσχοφόρο» της Ακρόπολης. Σκέφτομαι εδώ την πληγωμένη ματιά και το πικρό χαμόγελο των αυτοπροσωπογραφιών του γερο-Ρέμπραντ γύρω στο 1660 και το αινιγματικό μειδίαμα των Κούρων με το υγρό βλέμμα, που χτυπάει σαν ρόπαλο τη ζωή, όπως έλεγε ο Πεντζίκης.
Το αδιάφθορο, ακόμη, από κάθε «πολιτιστική» επίστρωση, ένστικτο είναι έτοιμο να διεκδικήσει την ιστορία. Αντιθέτως, στα εσωτερικά πορτρέτα του Ρέμπραντ το υποκείμενο απλώς παρατηρεί την ιστορία ν' αφήνει τα σημάδια της στο δέρμα του. Η τέλεια αντίθεση!
Πώς είναι δυνατόν να καταλάβουμε το ελληνικό μέτρο, αν δεν μετρήσουμε στην άβυσσο της αμετρίας, της βίας και της ανομίας μες στην οποία ανδρώθηκε ο αρχαϊκός ελληνισμός; Αυτό το μέτρο η Αναγέννηση το αναγνώρισε μέσα από τη "γαλήνη" και την "ομορφιά" των αγαλμάτων που ξέθαβε, σαν την έκφραση της χαράς και της αφέλειας μιας υποτιθέμενης παιδικής ηλικίας τής ανθρωπότητας.
Μήπως, όμως, σ' εκείνη την εποχή βλάσταινε η ωριμότητα, ενώ τώρα ζούμε έναν τεχνολογικά εκκωφαντικό παιδισμό; Πόσα πράγματα, αλήθεια, αγνοούμε σε σχέση με την τέχνη και την κοινωνία εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν στα ίδια αυτά χώματα που σήμερα διαχειριζόμαστε εμείς; Μήπως θα έπρεπε να (ξανά)διεκδικήσουμε μια γνώση που υπερφίαλα επι-δεικνύουμε, χωρίς ουσιαστικά να κατανοούμε;

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

Ζάλη.
Η ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή.
Η ζάλη του κειμένου που προφητεύει.
Λόγια του «χορού» αλλά και του Φίλωνα, που προβλέπει την τραγωδία της γέννησης. «Ζαλισμένος» ο Φίλωνας στη δίνη της προφητείας του, βλέπει τα ζαλισμένα ζώα, τους ζαλισμένους ανθρώπους, να κάνουν με μαθηματική ακρίβεια αυτά που όντως θα κάνουν. Ζαλισμένα ζώα, ζαλισμένοι άνθρωποι, όμως αυτή τους η ζαλάδα είναι που δίνει ζωή και στο νηφάλιο Φίλωνα.
Αδιέξοδο.
Ο δρόμος των ανθρώπων που γεννούν, ο δρόμος των ανθρώπων που δεν γεννούν.
Οι δεύτεροι επιζούν, είναι αλήθεια, των πρώτων, έστω και με κομμένη τη γλώσσα τους, βουβοί, έτοιμοι για το επικείμενο ραντεβού τους με αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο δρόμος των ανθρώπων που γράφουν όταν ξέρουν -ενώ ξέρουν- ότι όλα, το γραφτό και το γραπτό, έχουν ήδη γραφεί, κι όμως επιμένουν.
Ο δρόμος της δημιουργίας μέσα από τις Συμπληγάδες.
Χωρίς τη φρίκη της ζωής δεν θα υπήρχε ζωή, ούτε καν αυτός που αρνείται.
Αρνητής, αλλά και καρπός και παράσιτό της, αφού τρέφεται από τον καταραμένο καρπό της κοιλιάς της γυναίκας-μήλου της Εδέμ.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007


Στις 9 Οκτωβρίου του 1967 εκτελέστηκε ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα μαζί με όλους τους συντρόφους του. Στην Βολιβία, της Νότιας Αμερικής.
Ο ρομαντισμός του, η ανιδιοτέλειά του αλλά κύρια, ο πρόωρος θάνατός του συγκινούν βαθειά. Γίνεται πρότυπο στην γενιά της αμφισβήτησης στην Δύση, στην δεκαετία ’60 κι αργότερα στα ’70.
Μόνον που οι καιροί πια αλλάζουν. Απρόβλεπτα και με απίστευτη ταχύτητα. Τον ψυχρό πόλεμο τον έχει αντικαταστήσει μια «νέα τάξη πραγμάτων». Πάει πια το τείχος του Βερολίνου, η Σοβιετική Ένωση, οι (φρούδες) ελπίδες για έναν σοσιαλισμό, που θα μπορούσε να είναι υπαρκτός.
Τα «οργισμένα» νιάτα του ’60 και του ’70 τελικά περιορίστηκαν ν’ αλλάξουν τις ιδέες τους. Ο «άδικος» καπιταλισμός μπορεί να σου προσφέρει μια λαμπρή καριέρα, ένα μεγάλο κι άνετο σπίτι, ένα γρήγορο αυτοκίνητο, τηλεόραση, ντιβιντί και σινιέ ρούχα, αγαθά πολύ πιο δελεαστικά από το αμπέχωνο και τα τριμμένα τζην.
«Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα», έλεγαν ένας-ένας ώσπου στο τέλος δεν έμεινε πια κανένας. Η αφίσα του Τσε κατέβηκε απ’ τον τοίχο γιατί δεν ταίριαζε με το νέο ντιζάιν. Μπορεί και να φυλάχτηκε σε κάποιο συρτάρι, πιο συχνά όμως χάθηκε σε μια από τις αλλεπάλληλες μετακομίσεις. Οι τοίχοι στα μοντέρνα σπίτια είναι λευκοί. Σαν το μηδέν και το άπειρο. Δεν κρεμούν πια σ’ αυτούς όνειρα και ιδεολογίες αλλά την ευτελή απομόνωση μιας εύκολης κι ανώδυνης ζωής. Δεν είναι άσχημα - όλα καλά..