Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Σώθηκε κι

ο καφές, χώρια τα λουκούμια και το γλυκό του κουταλιού.
Μένει μόνο το φρέσκο και δροσερό νερό, αλλά τη σήμερον ημέρα φτάνει να τρατάρεις τόσους μουσαφιρέους; κι είναι πολλοί βλέπεις, ξεπέρασαν τους δώδεκα χιλιάδες.... άλλοι περαστικοί, άλλοι για βεγγέρα.
Αναμένουμε το καράβι ...απ' την Περσία, με καφέ αράμπικα μυρωδάτο, γλυκό περγαμότο και βέβαια λουκούμια του παππού (από πού, από τον Βόλο φυσικά).
Ως τότε, η κλήση μου προωθείται.
Κοντολογίς,
"Κλειστόν
Δυστυχώς,
Επτωχεύσαμεν"

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

ΤΟ ΚΡΑΣΑΚΙ ΤΟΥ ΤΣΟΥ



Το τραγούδι είναι αυθεντικά ιαπωνικό...

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

K 75





Είναι η εποχή της αβεβαιότητας όπου όλα είναι μπερδεμένα και η αμφιβολία κυριαρχεί. Οι λεπτομέρειες εξαφανίζονται. Μια επιθυμία τον κυριεύει, ας ήταν να φύγει μακριά σε μιαν έρημο χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς μήκος και πλάτος, όπου τα μαλλιά του θα αδυνάτιζαν και το κορμί του θα αποσυντίθετο… Ίσως τότε να μάθαινε τι του έλειπε, τι τον είχε εγκαταλείψει, τι του έκρυψαν τα σύννεφα και τι καλύφθηκε απ’ την ομίχλη. Όπως τότε, με την Κ 75.

Πώς φεύγει η ζωή του, πώς λειώνει το πάθος του σ’ έναν ανέλπιδο κι ανέξοδο έρωτα; Το μόνο που τον έτρεφε ήταν η γνώση πως εκείνη βρισκόταν σ’ ένα σπίτι όπου αυτός δεν έμπαινε πια ποτέ - ωστόσο ευχόταν να την έβλεπε.

Ο ήλιος ανατέλλει απ’ την Ανατολή και βασιλεύει στην Δύση. Πόσο απέχει ο πρώτος ουρανός απ’ τον δεύτερο κι αυτός απ’ τον τρίτο; Η απόσταση μετριέται με τον χώρο ή με τον χρόνο; Πόσο μπερδεύει η φράση «ένα τσιγάρο δρόμος»… Πόσο μακριά είναι τ’ αστέρια απ’ την Γη; Με τι θεόρατες αλυσίδες είναι δεμένα ώστε να μην πέφτουν; Και τ’ άλλα αστέρια, τα πεφταστέρια του Αυγούστου να’ ναι άραγε μοχθηρές ψυχές, που εκδιώχθηκαν απ’ την Παράδεισο; Παραμένουν για μια στιγμή στο σκοτάδι και μετά χάνονται, δεν φτάνουν στην Γη και δεν μένουν στον Ουρανό, πού πάνε λοιπόν; Ακόμη κι οι πύρινες ουρές που σέρνουν πίσω τους εξαφανίζονται σαν κακό όνειρο. Πώς κι οι θάλασσες δεν πλημμυρίζουν την στεριά; Όταν γεννήθηκε, γνώριζε αυτό που ήταν γραμμένο στην πλάκα την φυλαγμένη για κείνον, εκεί που φαινόταν τα μελλούμενα, στην Ειμαρμένη των παλιών κατοίκων τούτης της χώρας;

Χρόνια πριν ήταν μια άγραφη σελίδα. Λευκή. Μελάνη δεν είχε γράψει πάνω της, ούτε μύτη μολυβιού. Τώρα ο κόσμος του γέμισε πάλι από γράμματα, θαυμαστικά κι ερωτηματικά. Χίλιες και μια καυτές κι αιχμηρές ερωτήσεις χωρίς την σωστή εσωτερική καθοδήγηση για να τις χωνέψει και να τις απαντήσεις. Έγινε μια ερώτηση ο κόσμος όλος χωρίς αρχή και τέλος που παραμένει αιώνια σ’ ένα πολυκαιρισμένο χειρόγραφο, σχισμένο, φαγωμένες στις άκρες και με γράμματα που έχουν πια μισοσβηστεί..


Σκέφτεται το πέρασμα της Γεδρωσίας εκεί που ο μισός στρατός του Μεγαλέξανδρου είχε αφήσει τα κόκαλα του νικημένος από την μελαγχολία της περιοχής. Αυτός το έκανε σ’ ένα ατέλειωτο απόγευμα. Η στιγμή της δύσης του ήλιου αποτυπώνει τον θάνατο. Η θλίψη αναβλύζει, μάταια η ψυχή ποθεί την γαλήνη. Το φως που φθίνει προσθέτει κι άλλα εκατό χρόνια στην ζωή του ανθρώπου κι όποιος είναι ανέστιος και φερέοικος κι ανέλπιδος νοιώθει ακόμη πιο μόνος. Τα μακρινά τοπία μοιάζουν να έχουν σβηστεί απ’ τον χώρο και τον χρόνο. Οι πιλότοι δεν κατευθύνουν πια με ασφάλεια τα πλοία στα λιμάνια.

Πέρασαν κοντά χρόνοι δέκα. Κι η Κ 75 έχοντας τότε συντελέσει στην κάθαρση, πέρασε σ’ άλλα χέρια.


Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Ad hominem




Σκόρπια, όλα σκόρπια. Πρέπει, ίσως, να επαναπροσδιορίσω τις προτεραιότητες - tertium non datur ή μήπως datur; Ποιος να ξέρει; Γενικότερα έχω την αίσθηση του ήδη ωφθέντος (déjà vue στην ντόπια μας γλώσσα).

Αφήνομαι στον καιρό και μένω παρατηρητής. Άλλωστε, ίσχύει και το εξαιρετικό vir prudens contra ventum non mingit ή στην καραβίσια γλώσσα, δεν κατουράμε σοφράνο...

Φορές-φορές σκέφτομαι να επισκευάσω το μπλογκ μου, το χρώμα ξεθώριασε με το καυσαέριο, αλλά βαριέμαι.
Η χαρμολύπη της Άνοιξης…

Διαβάζω την βιογραφία του Μπράχε και του Κοπέρνικου και κοιτώ τ’άστρα. Με μπερδεύει η έννοια του parsec - ασύλληπτη είναι, σαν την φωτογραφία του Γαλαξία πιο πάνω, σαν τον Θεό…

Σήμερα είναι η εθνική γιορτή - Αρβανίτες ήταν αυτοί που μας έσωσαν από τους Τούρκους και βέβαια οι συμμαχικοί στόλοι των χωρών, οι τραπεζίτες των οποίων δεν ήθελαν να χάσουν τα δάνειά τους στους επαναστάτες. Αρβανίτες τότε, Αλβανοί σήμερα. Πάντα χρειαζόμαστε έξωθεν σωτήρες και …δακτύλους - ξενομανία βλέπεις…

Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια μου όσο γερνάω, έλεγε ο Ασλάνογλου και κάπου αλλού πως θα φυσήξει όπως φύσαγε. Τα ‘λεγε πριν πεθάνει από ασιτία ένεκα φτώχιας, αυτός ο καλομαθημένος της ΜΑΚΕΡ.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Τι είναι αυτό;



Του Καν2, προς υπεράσπισιν, προς επιβεβαίωσιν...

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

ΑΠΟΚΡΙΑ

Και κολλάει ο νους μου στις Αποκριές, γιορτές «παγανιστικές», με κέφι ξετσίπωτο που, αλήθεια, έχω να θυμηθώ σπουδαία πράγματα. Και δεν μιλώ για την αλλοίωση με χορούς, «άρματα» με τα «σατιρικά δρώμενα» ούτε την Πάτρα, ούτε άλλο τόσο η Βραζιλία με τα κορδόνια χαμένα στα κωλομέρια των Βραζιλιάνων, όλο και πιο βαθιά κάθε χρόνο, κάτω απ' τη ζαλιστική σάμπα και την έξαψη.
Εδώ στα νότια όλα αυτά ξεχάστηκαν. «Όλα αυτά τα δικά μας, των βορείων εποίκων της Αθήνας με τις άτσαλες εποχές. Μπορείς και γι' αυτό να νιώθω τις Αποκριές παράταιρες κάτω απ' τους τουριστικούς ουρανούς της πρωτεύουσας. Αλλά και οι αναμνήσεις της καρναβαλικής παιδικής ζωής μικρές και μίζερες, μονάχα πλούσιες σε πενικιλίνες λόγω αμυγδαλών, που, λες και το 'καναν επίτηδες, φούντωναν τέτοια εποχή μες στο λαιμό ασπρίζοντάς τον με πύον επώδυνο. Πυρετούς και ψευδομασκαράδες θυμάμαι.
Παραδοσιακές Αποκριές στην Κεντρική Ελλάδα. Τσιγγάνες, κατσιβέλες, πιερότους και μαρκησίες ή γκέισες, ο Θεός να φυλάει.
Προσκοπίνες να οργανώνουν «μπαλ ντ' ανφάν» νωρίς τα απογεύματα και την αφεντιά μου να μοσχοβολά ναφθαλίνη, με τα καουμπόικα βγαλμένα από το μπαούλο μια νύχτα πριν.
Και να μη μου κολλά ο ύπνος απ' τη χαρά της αναμονής που θα μ' έσουρναν στο «μπαλ ντ' ανφάν» ως κακορίζικο «καουμπόι» να διασκεδάσω, να ιδρώσω και να ψηθώ ατάκα -το ίδιο κιόλας βράδυ του χορού- στον πυρετό λόγω ευαίσθητων «λαιμών».
Τα μεγέθη της Αποκριάς στα τέλη της δεκαετίας του '50. Και να με πιάνει μια λύπη που απουσίαζα απ' τα άδυτα μιας γιορτής αθεράπευτα κεφάτης και πρόστυχης. Η προστυχιά που σήμερα δικαιολογείται με όρους όπως «ερωτική», «παγανιστική», κ.λπ. αφορούσε την αθυροστομία κάποιων στίχων που, όπως έλεγαν, προέρχονταν από χρόνια χαμένα σε μια ενδιαφέρουσα βυζαντινή ασέβεια. Ήταν τότε που άνοιγα τα αυτιά μου κατακόκκινα σαν παντζάρια απ' τον πυρετό που, αντίθετα με άλλους, εμένα με γέμιζε ενέργεια και λαχτάρα για γέλιο. Πρόστυχα λόγια δεν άκουσα ποτέ από τους δικούς μου. Ούτε υπονοούμενα, ούτε αποσιωπητικά νεύματα και πονηρούς ξερόβηχες. Την παρδαλή -θεμιτή- αμαρτία μάς την έφερναν οι γείτονες, συνήθως. Και μάλιστα γείτονες με τους οποίους δεν είχαμε και τόσο στενές σχέσεις.
Όμως η Αποκριά ισοπέδωνε τα ταξικά μας κρατήματα και μπάζαμε εύκολα στο σπίτι μας παρέες μασκαράδων που έρχονταν για το καλό της χρονιάς, ντυμένοι ευφάνταστα με ό,τι πιο παράταιρο βρισκόταν στις ντουλάπες τους. Το σενάριο σχεδόν μονίμως σεξουαλικό, που ο επαρχιωτισμός μας το μετέφραζε αυτομάτως σε «αξιαγάπητη προστυχιά».
Και κακαρίζαμε μ' εκείνα τα «σόκιν» αποφθέγματα, που τα στόματα πασαλειμμένα άλικα κραγιόν ξερνούσαν απανωτά.
Με θυμάμαι να εγκαταλείπω τα σεντόνια της αρρώστιας, που μύριζαν πορτοκαλάδα και οινόπνευμα, και να τρέχω στο δωμάτιο που ήταν μαζεμένοι οι αρχιερείς των πρόστυχων ποιημάτων, εκεί που οι δικοί μου δάγκαναν τα χείλη, δήθεν σεμνότυφα, ρουφώντας τις διονυσιακές ρίμες, όλες τάχα μου χτισμένες απ' τα πολύ παλιά χρόνια. Πολλοί τέτοιοι στίχοι ακούστηκαν στο σπίτι μας.
Τι να πρωτοπρολάβω να περισώσω, που είχα καπάκι και την αρρώστια; Αργότερα ρωτούσα και επέμενα να επαναλάβουν όλα εκείνα τα εξαίσια χυδαία, αλλά καμώνονταν πως τα πήρε ο άνεμος, όπως και τις ψυχές των αμαρτωλών ερμηνευτών τους.
Ακολούθησαν τόσοι και τόσοι θάνατοι που μαυρίζει ακόμη η ψυχή μου, ΟΜΩΣ μου ξέμεινε τουλάχιστον μια στροφή-διαστροφή, που ξεχείλιζε, αν μη τι άλλο, απ' τη φρεσκάδα της τόλμης της για κείνες τις εποχές.
Και χρειάστηκε να περάσει απίστευτα πολύς καιρός για να κατανοήσω τους ερωτικούς -συχνά ύπουλους- μηχανισμούς της σεμνότητας. Τα λόγια έλεγαν λοιπόν:

«Όποιος βρει κωλοτρυπίδα
κι αρνηθεί να τη γαμήσει
μια ζωή καταραμένος
θα 'ν' σε Ανατολή και Δύση».

Θεός σχωρέσ' τους όλους... όσοι γελούσαν και φώναζαν εν χορώ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ... παιδιά».

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Εποχή (κατά τους σοφιστές)


Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό!
σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι;
Ανέμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό...
που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό!