Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Το πάρτυ τελείωσε - τα κεφάλια μέσα




Τη δεκαετία του `70 τη θυμάμαι σαν χθες. Κυκλοφορούσαν παντού τα Fiat 127, τα Zastava, και οι μηχανές Floretta. Οι σπορτίφ τύποι είχαν Autobianchi Abarth (με 53 άλογα παρακαλώ), και οι σώφρονες. Austin Morris Allegro! Το σάντουιτς με γύρο κόστιζε 3 δραχμές, με σουτζουκάκι 2, και το λεωφορείο μία δραχμή (με πάσο 50 λεπτά). Αν έδινες εικοσάρικο, ο εισπράκτορας ή ο σουβλατζής σε μάλωνε, διότι δεν είχε. να στο χαλάσει. Τόσο καλά.
Και μετά ήρθε η δεκαετία του 80. Και το ΠΑΣΟΚ. Και γέλασε το χείλι του κάθε πικραμένου. Το δημόσιο άνοιξε τις πόρτες του στον κάθε αναξιοπαθούντα που δήλωνε σοσιαλιστής, η Ελλάδα απέκτησε «ανεξάρτητη» διεθνή φωνή, μια νέα τάξη αναδύθηκε απ` το πουθενά, και οι ρεμούλες έγιναν κανόνας. Η χαρά του αφισοκολλητή. Το βασίλειο της συνδικαλιστικής αυθαιρεσίας. Όπως και της φτηνής ρητορικής. «Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Ζήτω η Λιβύη», μελετήστε το «πράσινο βιβλίο» του Καντάφι, και άλλα πολλά παρόμοια. Ώσπου ήρθε το τέλος. Τα αναπόφευκτα σκάνδαλα οδήγησαν σε ειδικά δικαστήρια, ψευδεπίγραφους κήνσορες, και στο «Τσοβόλα δώστα όλα», και από κει πάνε κι`άλλοι. Και σκάει μύτη ο Μητσοτάκης με τον Μαυρίκη και τον Σωκρατάκια που έλεγε και ο μακαρίτης ο Κίτσος και μπρρρ..
Τη δεκαετία του `90 που ακολούθησε, τα κεφάλια μπήκαν κάπως μέσα, αλλά τότε ήταν που ανδρώθηκαν τα πραγματικά λαμόγια. Τα σκυλάδικα γνώρισαν πιένες. Η Λιάνη ήταν απλά η κορυφή του παγόβουνου. Πίσω της υπήρχε μια ολόκληρη συνομοταξία πεινασμένων και συνάμα αγριεμένων ασύδοτων. Με το χαμόγελο της Κολυνός. «Σοσιαλιστικά» βαμπίρ. Μαζεύοντας όμως γύρω τους και τη πλέμπα. Και έτσι είδαμε το μοναδικό φαινόμενο, η κάθε γειτονιά να έχει και από μια ΕΛΔΕ, όπως κάποτε είχε από μια ντισκοτέκ. Χαμός στο ίσιωμα. Κόσμος και κοσμάκης καταχρεώθηκε για να μπορεί να γίνει «παίκτης». Χα και πάλι χα. Κάποιοι όμως ανησυχούσαν από τότε. Είχαν υπόψη τους τη λευκή βίβλο της ΕΟΚ, που ελάχιστη της δόθηκε δημοσιότητα.
Και μετά ήρθε το ευρώ. Στην αρχή χαρήκαμε, καθότι αισθανθήκαμε Ευρωπαίοι. Το χρόνιο όνειρο της ψωροκώσταινας. Μέχρι που συνειδητοποιήσαμε πως το ευρώ, που είχε κλειδώσει στις 340 δραχμές, ισοδυναμούσε με το παλιό κατοστάρικο. Κάποτε αγοράζαμε το φραπέ 140 δραχμές και σκοτωνόμασταν με τον σερβιτόρο για τα ρέστα από τις 150. Τώρα έφτασε το φραπέ στα 5 ευρώ και αισθανόμαστε γύφτοι αν δεν αφήσουμε 1 Ε πουρμπουάρ (340 δραχμές παρακαλώ).
Παρόλα αυτά, λίγο τα ευρωπαϊκά πακέτα, λίγο η Ολυμπιάδα, λίγο η τραπεζική απελευθέρωση της δανειοδότησης, λίγο η στρεβλή ανάπτυξη, λίγο η καρακατσουλίστικη τιβί μας, και γίναμε όλοι μπρούκληδες. Πήξαμε να βλέπουμε BMW και Μερτσέντες αγορασμένες με 136 άτοκες(!) δόσεις. Γεμίσαμε από χάϊδες τυπάδες και αισθησιακές μοντέλες (όλες ξανθιές) γκλαμουράτες. Εκεί που κάποτε βλέπαμε μόνο μουσάτους αγωνιστές, και αξύριστες κνίτισες, γεμίσαμε από τεκνά και σεξοβόμβες. 50 τηλεοπτικά κανάλια η Νέα Υόρκη; 150 εμείς. Home Cinemas, Pentium, Playstation, lap tops, flat screen 42 inch HD TV's, και πάει λέγοντας. Όχι παίζουμε. Και νάσου Ολυμπιάδα σούπερ φαντεζί, και νάσου ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, και πίσω και σας φάγαμε κουφάλες λιγούρηδες Ευρωπαίοι. Ελλάδα ρε..
Ναι, αλλά ήρθε πλέον και η ώρα του λογαριασμού. Με π..ς αυγά δεν βάφονται. Η αιώνια σοφία του απλού λαού επαληθεύτηκε για μια ακόμη φορά. Όλα ήταν σικέ. Τεράστιο το έλλειμμα, τεράστιο το δημόσιο χρέος, και πάπαλα οι ντεμέκ σωτήρες πολιτικοί μας. Ανθρωπάκια και αυτοί, που ψάχνουν να κάνουν τη καλή τους με καμιά γρηγοράδα. Και μετά μην τους είδατε, μην τους απαντήσατε. Πάντα φταίνε οι προηγούμενοι. Και νάμαστε ξανά μανά, εσείς και εγώ, οι μέσοι Έλληνες δηλαδή, ενώπιοι ενωπίω του ΔΝΤ και του κάθε Τρισέ. Της σκληρής πραγματικότητας. Και ξαφνικά έντρομοι συνειδητοποιούμε, πως τελικά οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι δεν μας πολυσυμπαθούν. Ήταν όλα μια αυταπάτη. Τους αρέσουν τα τζατζίκια και οι παραλίες μας, αλλά πέραν τούτων .. τίποτα. Μας απεχθάνονται και μας θεωρούν τσαμπατζήδες και απατεώνες. Και ο κύκλος κλείνει.
Μας βλέπω ξανά με λαχανί Zastava και πειραγμένα Lada (με 6 προβολείς ομίχλης) να κάνουμε κόντρες στις παραλιακές. Αν φυσικά υπάρχουν χρήματα για βενζίνη. Αλλιώς υπάρχουν και τα παπάκια (με φωσφοριζέ ζάντες) για τα τρελά γούστα.
Το ride είναι over, που λένε και οι Αμερικάνοι σύμμαχοί μας. Το ελληνικό λούνα παρκ τελείωσε. Εκτροχιάστηκε, όπως στις ταινίες με το δαιμονισμένο τρενάκι του τρόμου. Ήταν όμως εντυπωσιακό όσο κράτησε. Και όσοι το πρόλαβαν το απόλαυσαν. Οι υπόλοιποι ας πρόσεχαν. Γεννήθηκαν αργά.

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Τελικά...

πρόλαβε το βαπόρι απ' την Περσία κι έφτασε πριν από τους "Ιαβέρηδες" του ΔΝΤ. Ας είναι καλά η στάχτη του δυσπρόφερτου ισλανδικού ηφαιστείου..

Ήλθε κι έφερε γλυκα, λουκούμια και νέα διάθεση καθ' ότι, όπως είπε και ο πρόγονος "και επί τοις δεινοίς, απερισκέπτως ευέλπιδες εσμέν".

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Σώθηκε κι

ο καφές, χώρια τα λουκούμια και το γλυκό του κουταλιού.
Μένει μόνο το φρέσκο και δροσερό νερό, αλλά τη σήμερον ημέρα φτάνει να τρατάρεις τόσους μουσαφιρέους; κι είναι πολλοί βλέπεις, ξεπέρασαν τους δώδεκα χιλιάδες.... άλλοι περαστικοί, άλλοι για βεγγέρα.
Αναμένουμε το καράβι ...απ' την Περσία, με καφέ αράμπικα μυρωδάτο, γλυκό περγαμότο και βέβαια λουκούμια του παππού (από πού, από τον Βόλο φυσικά).
Ως τότε, η κλήση μου προωθείται.
Κοντολογίς,
"Κλειστόν
Δυστυχώς,
Επτωχεύσαμεν"

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

ΤΟ ΚΡΑΣΑΚΙ ΤΟΥ ΤΣΟΥ



Το τραγούδι είναι αυθεντικά ιαπωνικό...

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

K 75





Είναι η εποχή της αβεβαιότητας όπου όλα είναι μπερδεμένα και η αμφιβολία κυριαρχεί. Οι λεπτομέρειες εξαφανίζονται. Μια επιθυμία τον κυριεύει, ας ήταν να φύγει μακριά σε μιαν έρημο χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς μήκος και πλάτος, όπου τα μαλλιά του θα αδυνάτιζαν και το κορμί του θα αποσυντίθετο… Ίσως τότε να μάθαινε τι του έλειπε, τι τον είχε εγκαταλείψει, τι του έκρυψαν τα σύννεφα και τι καλύφθηκε απ’ την ομίχλη. Όπως τότε, με την Κ 75.

Πώς φεύγει η ζωή του, πώς λειώνει το πάθος του σ’ έναν ανέλπιδο κι ανέξοδο έρωτα; Το μόνο που τον έτρεφε ήταν η γνώση πως εκείνη βρισκόταν σ’ ένα σπίτι όπου αυτός δεν έμπαινε πια ποτέ - ωστόσο ευχόταν να την έβλεπε.

Ο ήλιος ανατέλλει απ’ την Ανατολή και βασιλεύει στην Δύση. Πόσο απέχει ο πρώτος ουρανός απ’ τον δεύτερο κι αυτός απ’ τον τρίτο; Η απόσταση μετριέται με τον χώρο ή με τον χρόνο; Πόσο μπερδεύει η φράση «ένα τσιγάρο δρόμος»… Πόσο μακριά είναι τ’ αστέρια απ’ την Γη; Με τι θεόρατες αλυσίδες είναι δεμένα ώστε να μην πέφτουν; Και τ’ άλλα αστέρια, τα πεφταστέρια του Αυγούστου να’ ναι άραγε μοχθηρές ψυχές, που εκδιώχθηκαν απ’ την Παράδεισο; Παραμένουν για μια στιγμή στο σκοτάδι και μετά χάνονται, δεν φτάνουν στην Γη και δεν μένουν στον Ουρανό, πού πάνε λοιπόν; Ακόμη κι οι πύρινες ουρές που σέρνουν πίσω τους εξαφανίζονται σαν κακό όνειρο. Πώς κι οι θάλασσες δεν πλημμυρίζουν την στεριά; Όταν γεννήθηκε, γνώριζε αυτό που ήταν γραμμένο στην πλάκα την φυλαγμένη για κείνον, εκεί που φαινόταν τα μελλούμενα, στην Ειμαρμένη των παλιών κατοίκων τούτης της χώρας;

Χρόνια πριν ήταν μια άγραφη σελίδα. Λευκή. Μελάνη δεν είχε γράψει πάνω της, ούτε μύτη μολυβιού. Τώρα ο κόσμος του γέμισε πάλι από γράμματα, θαυμαστικά κι ερωτηματικά. Χίλιες και μια καυτές κι αιχμηρές ερωτήσεις χωρίς την σωστή εσωτερική καθοδήγηση για να τις χωνέψει και να τις απαντήσεις. Έγινε μια ερώτηση ο κόσμος όλος χωρίς αρχή και τέλος που παραμένει αιώνια σ’ ένα πολυκαιρισμένο χειρόγραφο, σχισμένο, φαγωμένες στις άκρες και με γράμματα που έχουν πια μισοσβηστεί..


Σκέφτεται το πέρασμα της Γεδρωσίας εκεί που ο μισός στρατός του Μεγαλέξανδρου είχε αφήσει τα κόκαλα του νικημένος από την μελαγχολία της περιοχής. Αυτός το έκανε σ’ ένα ατέλειωτο απόγευμα. Η στιγμή της δύσης του ήλιου αποτυπώνει τον θάνατο. Η θλίψη αναβλύζει, μάταια η ψυχή ποθεί την γαλήνη. Το φως που φθίνει προσθέτει κι άλλα εκατό χρόνια στην ζωή του ανθρώπου κι όποιος είναι ανέστιος και φερέοικος κι ανέλπιδος νοιώθει ακόμη πιο μόνος. Τα μακρινά τοπία μοιάζουν να έχουν σβηστεί απ’ τον χώρο και τον χρόνο. Οι πιλότοι δεν κατευθύνουν πια με ασφάλεια τα πλοία στα λιμάνια.

Πέρασαν κοντά χρόνοι δέκα. Κι η Κ 75 έχοντας τότε συντελέσει στην κάθαρση, πέρασε σ’ άλλα χέρια.


Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Ad hominem




Σκόρπια, όλα σκόρπια. Πρέπει, ίσως, να επαναπροσδιορίσω τις προτεραιότητες - tertium non datur ή μήπως datur; Ποιος να ξέρει; Γενικότερα έχω την αίσθηση του ήδη ωφθέντος (déjà vue στην ντόπια μας γλώσσα).

Αφήνομαι στον καιρό και μένω παρατηρητής. Άλλωστε, ίσχύει και το εξαιρετικό vir prudens contra ventum non mingit ή στην καραβίσια γλώσσα, δεν κατουράμε σοφράνο...

Φορές-φορές σκέφτομαι να επισκευάσω το μπλογκ μου, το χρώμα ξεθώριασε με το καυσαέριο, αλλά βαριέμαι.
Η χαρμολύπη της Άνοιξης…

Διαβάζω την βιογραφία του Μπράχε και του Κοπέρνικου και κοιτώ τ’άστρα. Με μπερδεύει η έννοια του parsec - ασύλληπτη είναι, σαν την φωτογραφία του Γαλαξία πιο πάνω, σαν τον Θεό…

Σήμερα είναι η εθνική γιορτή - Αρβανίτες ήταν αυτοί που μας έσωσαν από τους Τούρκους και βέβαια οι συμμαχικοί στόλοι των χωρών, οι τραπεζίτες των οποίων δεν ήθελαν να χάσουν τα δάνειά τους στους επαναστάτες. Αρβανίτες τότε, Αλβανοί σήμερα. Πάντα χρειαζόμαστε έξωθεν σωτήρες και …δακτύλους - ξενομανία βλέπεις…

Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια μου όσο γερνάω, έλεγε ο Ασλάνογλου και κάπου αλλού πως θα φυσήξει όπως φύσαγε. Τα ‘λεγε πριν πεθάνει από ασιτία ένεκα φτώχιας, αυτός ο καλομαθημένος της ΜΑΚΕΡ.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Τι είναι αυτό;



Του Καν2, προς υπεράσπισιν, προς επιβεβαίωσιν...