Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρά κι ανώδυνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρά κι ανώδυνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Τελικά...

πρόλαβε το βαπόρι απ' την Περσία κι έφτασε πριν από τους "Ιαβέρηδες" του ΔΝΤ. Ας είναι καλά η στάχτη του δυσπρόφερτου ισλανδικού ηφαιστείου..

Ήλθε κι έφερε γλυκα, λουκούμια και νέα διάθεση καθ' ότι, όπως είπε και ο πρόγονος "και επί τοις δεινοίς, απερισκέπτως ευέλπιδες εσμέν".

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009

Σώθηκε κι

ο καφές, χώρια τα λουκούμια και το γλυκό του κουταλιού.
Μένει μόνο το φρέσκο και δροσερό νερό, αλλά τη σήμερον ημέρα φτάνει να τρατάρεις τόσους μουσαφιρέους; κι είναι πολλοί βλέπεις, ξεπέρασαν τους δώδεκα χιλιάδες.... άλλοι περαστικοί, άλλοι για βεγγέρα.
Αναμένουμε το καράβι ...απ' την Περσία, με καφέ αράμπικα μυρωδάτο, γλυκό περγαμότο και βέβαια λουκούμια του παππού (από πού, από τον Βόλο φυσικά).
Ως τότε, η κλήση μου προωθείται.
Κοντολογίς,
"Κλειστόν
Δυστυχώς,
Επτωχεύσαμεν"

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

US ELECTIONS


H ελληνική ομογένεια-εκκλησία ευρηματικά και με τακτ υπέρ Ομπάμα

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ

ειδικά αφιερωμένο σ'όσες έχουν την σελήνη στον σκορπιό , δηλαδή στις α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ, μ, ν, ξ, ο, π, ρ, σ, τ, υ, φ, χ (δεν ξέρω κανένα όνομα από ψ και ω)

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΟΥΤΙΔΑΝΕΣ


Πως να μεταφέρει κάποιος τον ήχο της επιβεβλημένης σιωπής με λέξεις;
Πως να μεταδώσει κάποιος το κενό με λέξεις;
Πως να σκεφτεί κάποιος με αδειανό μυαλό για πράγματα που γεμίζουν την ζωή;
Πως να δώσει κάποιος κάτι που δεν κατέχει;
Πως τολμά να πει κάποιος στο παιδί του πως σφάλλει γιατί "θα έπρεπε" να .......
Πως να απλώσει κάποιος το χέρι σε κάποιον που το έχει ανάγκη, όταν ο ίδιος κρατιέται με το ζόρι να μην σωριαστεί;
Πως να νοιαστεί κάποιος για τον πόνο του άλλου όταν ο ίδιος γεμίζει με παυσίπονα την καθημερινότητα του για να απαλύνει το άχθος του άλγους όσων ερήμην του συμβαίνουν γύρω του;

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Επιστολή στην Ανώνυμη

Α. (όπως Ανώνυμη, Αμφίθυμη κλπ),

Προτιμώ να σε προσφωνήσω έτσι καθότι η οποιαδήποτε άλλη προσφώνηση θα ήταν έωλη. Εξηγούμαι: μαγάρισες το προηγούμενο μπλογκ μου γράφοντας ανωνύμως αγενή σχόλια με απόρροια να δημιουργήσω το παρόν, στο οποίο συνεχίζεις να βυσσοδομείς, εκτιθέμενη, όπως και το έκανες στο προηγούμενο δικό σου μπλογκ. Πιστεύοντας πως καθείς κρίνεται, δεν σβήνω τα σχόλια σου χαμογελώντας πικρόχολα και αναθυμούμενος πως “κάθε νέα γνωριμία είναι σημάδι απροσεξίας” όπως επιβεβαιώθηκε χρονικά μετά την αποφράδα εκείνη την μέρα του 2002 στο Κολωνάκι.

Την Καθαρή Δευτέρα συνάντησα συγκυριακώς στο Ψυχικό γνωστούς μου (σου), οι οποίοι ανέφεραν με την δέουσα ειρωνεία αυτά που γράφεις στο μπλογκ σου για μένα προσθέτοντας για σένα διάφορα αιχμηρά σχόλια, τα οποία, φευ!, δεν μου επιτρέπεται ιδιοσυγκρασιακώς ούτε να σχολιάσω ούτε και να αναφέρω.
Να τολμήσω να σε προτρέψω για μιαν ακόμη φορά να συμπεριφερθείς ως ενήλικη εγκαταλείποντας την κακότροπη και εγωιστική συμπεριφορά του άνευ ορίων αναθρεμμένου μοναχοπαιδιού;
Φοβάμαι πως εδώ ισχύει το φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Έτσι, αναρτώ το τραγούδι του διαχρονικού Ζακ Μπρελ και παραθέτοντας και τα λόγια (ποτέ δεν ξέρεις…)
T'as voulu voir Vierzon
Et on a vu Vierzon
T'as voulu voir Vesoul
Et on a vu Vesoul
T'as voulu voir Honfleur
Et on a vu Honfleur
T'as voulu voir Hambourg
Et on a vu Hambourg
J'ai voulu voir Anvers
Et on a revu Hambourg
J'ai voulu voir ta sœur
Et on a vu ta mère
Comme toujours...
T'as plus aimé Vierzon
Et on a quitté Vierzon
T'as plus aimé Vesoul
Et on a quitté Vesoul
T'as plus aimé Honfleur
Et on a quitté Honfleur
T'as plus aimé Hambourg
Et on a quitté Hambourg
T'as voulu voir Anvers
Et on n'a vu qu'ses faubourgs
Tu n'as plus aimé ta mère
Et on a quitté sa sœur
Comme toujours
Et je te le dis
Je n'irai pas plus loin
Mais je te préviens
J'irai pas à Paris
D'ailleurs j'ai horreur
De tous les flons flons
De la valse musette
Et de l'accordéon
T'as voulu voir Paris
Et on a vu Paris
T'as voulu voir Dutronc
Et on a vu Dutronc
J'ai voulu voir ta sœurJ'ai vu le mont Valérien
T'as voulu voir Hortense
Elle était dans l'Cantal
J'ai voulu voir Byzance
Et on a vu Pigalle
À la gare Saint-Lazare
J'ai vu les Fleurs du Mal
Par hasard...
T'as plus aimé Paris
Et on a quitté Paris
T'as plus aimé Dutronc
Et on a quitté Dutronc
Maintenant je confonds ta sœur
Et le mont Valérien
De ce que je sais d'Hortense
J'irai plus dans l'Cantal
Et tant pis pour Byzance
Puisque j'ai vu Pigalle
Et la gare Saint-Lazare
C'est cher et ça fait mal
Au hasard
Et je te le redis
Chauffe Marcel
Je n'irai pas plus loin
Mais je te préviens kaï kaï
Le voyage est fini
D'ailleurs j'ai horreur
De tous les flons flons
De la valse musette
Et de l'accordéon
T'as voulu voir Vierzon
Et on a vu Vierzon
T'as voulu voir Vesoul
Et on on a vu Vesoul
T'as voulu voir Honfleur
Et on a vu Honfleur
T'as voulu voir Hambourg
Et on a vu Hambourg
J'ai voulu voir Anvers
Et on a revu Hambourg
J'ai voulu voir ta sœur
Et on a vu ta mère
Comme toujours
T'as plus aimé Vierzon
Et on a quitté Vierzon...
Chauffe... chauffe
T'as plus aimé Vesoul
Et on a quitté Vesoul
T'as plus aimé Honfleur
Et on a quitté Honfleur
T'as plus aimé Hambourg
Et on a quitté Hambourg
T'as voulu voir Anvers
Et on n'a vu qu'ses faubourgs
Tu n'as plus aimé ta mère
Et on a quitté sa sœur
Comme toujours ...
Chauffez les gars…
Mais, mais je te le reredis ... Kaï
Je n'irai pas plus loin
Mais je te préviens
J'irai pas à Paris
D'ailleurs j'ai horreur
De tous les flons flons
De la valse musette
Et de l'accordéon
T'as voulu voir Paris
Et on a vu Paris
T'as voulu voir Dutronc
Et on a vu Dutronc
J'ai voulu voir ta sœur
J'ai vu le mont Valérien
T'as voulu voir Hortense
Elle était dans l'Cantal
J'ai voulu voir Byzance
Et on a vu Pigalle
À la gare Saint-Lazare
J'ai vu les Fleurs du Mal
Par hasard....

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2008

AMSTERDAM




Το σημερινο Άστερνταμ συνεχίζει να είναι μια όμορφη πόλη, με πολλά κανάλια, εξαιρετικά μουσεία, ωραία μαγαζιά, ευγενείς κι απρόσωπους ιθαγενείς και απέραντη βαρεμάρα. Μου ήλθε στο νου το ομώνυμο τραγούδι του Ζακ Μπρελ (παμπάλαιο), νάτο, φαίνεται πιο ανθρώπινο από αυτό, που συναντά κανείς σήμερα....



Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui chantent
Les rêves qui les hantent
Au large d'Amsterdam
Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui dorment
Comme des oriflammes
Le long des berges mornes
Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui meurent
Pleins de bière et de drames
Aux premières lueurs
Mais dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui naissent
Dans la chaleur épaisse
Des langueurs océanes
Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui mangent
Sur des nappes trop blanches
Des poissons ruisselants
Ils vous montrent des dents
A croquer la fortune
A décroisser la lune
A bouffer des haubans
Et ça sent la morue
Jusque dans le coeur des frites
Que leurs grosses mains invitent
A revenir en plus
Puis se lèvent en riant
Dans un bruit de tempête
Referment leur braguette
Et sortent en rotant
Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui dansent
En se frottant la panse
Sur la panse des femmes
Et ils tournent et ils dansent
Comme des soleils crachés
Dans le son déchiré
D'un accordéon rance
Ils se tordent le cou
Pour mieux s'entendre rire
Jusqu'à ce que tout à coup
L'accordéon expire
Alors le geste grave
Alors le regard fier
Ils ramènent leur batave
Jusqu'en pleine lumière
Dans le port d'Amsterdam
Y a des marins qui boivent
Et qui boivent et reboivent
Et qui reboivent encore
Ils boivent à la santé
Des putains d'Amsterdam
De Hambourg ou d'ailleurs
Enfin ils boivent aux dames
Qui leur donnent leur joli corps
Qui leur donnent leur vertu
Pour une pièce en or
Et quand ils ont bien bu
Se plantent le nez au ciel
Se mouchent dans les étoiles
Et ils pissent comme je pleure
Sur les femmes infidèles
Dans le port d'Amsterdam
Dans le port d'Amsterdam

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

ΕΛΠΗΝΩΡ 2


Η τέχνη της Αποδόμησης

Ο Θανάσης, ο τελευταίος εναπομείνας κολλητός φίλος μου, κάτι σαν το alter ego μου, κατέληξε να παρακολουθεί τον τελευταίο καιρό όλα τα "πρωινάδικα" και όλα τα "μεσημεράδικα" παρέα με τον Αρίστο και τον Παρασκευά, τους δικούς του τελευταίους εναπομείναντες, εντρυφώντας δε στην ενασχόληση αυτή ενδελεχώς πεπεισμένος περί της εντελέχειας του θέματος "Ζωή".

Τον είδα χθες το απόγευμα για την ανέκαθεν ανταλλαγή πρωτοχρονιάτικων ευχών. Πήγα στο σπίτι του, στην οδό Πλάτωνος Διαδόχου κι εκεί, ανάμεσα στα χιλιάδες βιβλία και τους πολλούς πίνακες των αγαπημένων του Ρόρη και Μπότσογλου, στο εγγενές κατοικίδιο χάος - ο ίδιος ασπάζεται την άποψη του προσφάτως εκλιπόντος φίλου μας Τ. πως στο χάος υπάρχει τάξη και τούτο γιατί ο Τ. ήταν αστροφυσικός - και την άμετρη κατανάλωση μελομακάρονων και φλιτζανιών τούρκικου καφέ φερμένου πρόσφατα από του Κέκκερη στην Κομοτηνή, χριστουγεννιάτικο πεσκέσι, ανάμεσα σ’ όλα αυτά λοιπόν κι ιδιαίτερα στα τελευταία που του απαγορεύονται λόγω υγείας - ενδιαμέσως κατάπινε και τα συνήθη λυγρά φάρμακα - μου εξήγησε την τέχνη της αποδόμησης του άνδρα.
Κάπως έτσι ήταν η κουβέντα μας: Ξέρεις, στο χαζοκούτι, που παρακολουθώ ανελλιπώς κάθε μέρα, κτυπάω οκτάωρο για να ξεχνάω πως η ζωή μου είναι μια διαδρομή από ήττα σε ήττα, παρατήρησα πως παρέχονται στις γυναίκες τηλεθεατές - αλήθεια γιατί τηλεθεατές κι όχι τηλεθεάτριες κατά το ταξιθέτης - ταξιθέτρια; - πέραν των κουτσομπολιών και διάφορων άχρηστων αλλά συρμωδών συμβουλών, ας πούμε, πώς να φτιάξεις τον καλύτερο πολίτικο μπακλαβά, πώς να στρώσεις το κρεβάτι σου σύμφωνα με τις τελευταίες προδιαγραφές του φενγκ σούι, πώς να κάνεις τον δικό σου να σέρνεται πίσω σου σαν εκπαιδευμένος σκύλος, πώς να τον εκδικηθείς για την απιστία του, πώς να τον καταφέρεις να σου κάνει ακριβά δώρα, πώς να δέχεται τις απιστίες σου ακόμη κι αν αυτές ενέχουν και ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, πώς να έχεις πάντα το πάνω χέρι και λοιπά επιμορφωτικά, χρήσιμα και κυρίως, ψυχωφελή. Ωστόσο, διαπίστωσα μια πρόδηλη βασική παράλειψη και επειδή έχοντας εντρυφήσει στην μελέτη του Ντεριντά τις νύχτες, όταν φοβάμαι να αποκοιμηθώ για μιαν ακόμη φορά μόνος, αποφάσισα να συντάξω ένα συνοπτικό εγχειρίδιο "Περί αποδομήσεως του ανδρός", κάτι σαν "οδηγίες προς ναυτιλομένους" .
Αναστέναξε, κατάπιε ένα χάπι κι άναψε το πούρο του. Βρωμοκόπισε ο τόπος. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί. Αυτό είναι το δώρο σου για την Πρωτοχρονιά, από τον Άγιο Βασίλη, είναι το δώρο, η μελέτη του Άγιου είναι το καλύτερο δείγμα κλιματικής αλλαγής στον πλανήτη, που, δυστυχώς, οι επιστήμονες θεληματικά αγνοούν.
Τον κοίταξα ερωτηματικά. Ο Άγιος Βασίλης, σύμφωνα με την παράδοση φοράει κόκκινα, έχει άσπρα γένια. Μέχρις εδώ, όλα καλά. Αλλά, έχει έλκηθρο, που το σέρνουν τάρανδοι. Ο Άγιος Βασίλης είναι από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, κάπου στα υψίπεδα της Μικράς Ασίας, αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο. Άρα για να παρουσιάζεται έτσι, με έλκηθρο και ταράνδους, σημαίνει πως το κλίμα τον 4ον αιώνα , που έζησε, ήταν πολικό, ενώ τώρα είναι αυτό, που λέμε "ηπειρωτικό". Τι άλλη απόδειξη χρειάζεσαι;" είπε χαμογελαστά και μου έτεινε έναν φάκελο. Τον άνοιξα. Μέσα είχε ένα μαύρο, μικρού μεγέθους σημειωματάριο, από αυτά που λέγονται "μόουλσκιν" και που τα χρησιμοποιεί αφειδώς. Το κείμενο ήταν γραμμένο με τον εύσχημο γραφικό του χαρακτήρα κι όπως πάντα, με βιολετιά μελάνη. Άρχισα να το διαβάζω αλλά με έκοψε λίγο απότομα, " Όχι τώρα, δεν θέλω παρηγόριες και τα συναφή. Για την ώρα τα έχω με την Αθανασία, δηλαδή είμαι ακόμη εδώ, έστω ως ει παρών, η Ευθανασία δεν μου αρέσει ακόμα". Με κοίταξε κατάματα: Θερμεσίλαε, είμαι κουρασμένος, φταίνε τα φάρμακα, βλέπεις πως αραίωσαν τα μαλλιά μου; Θα ξαπλώσω. Σε παρακαλώ, τάισε τους συγκατοίκους μου.
Σηκώθηκε με το πούρο στο χέρι. Τον παρατήρησα. Το βλέμμα του είχε ψιλοχάσει την λάμψη του, μάλλον πονούσε, αλλά διόλου την αποφασιστικότητά και τον υποφώσκοντα αυτοσαρκασμό του. Σηκωθήκαμε κι αγκαλιαστήκαμε σιωπηλά. Να το βάλεις στο μπλογκ σου, στον Ελπήνορα, ως Κεφάλαιο Δύο. Και που είσαι, μου άρεσε ο Ελπήνορας. Να το συνεχίσεις. Μου χαμογέλασε. Θα ξαπλώσω λίγο, μου είπε.
Κι εγώ, αφού τάισα τους συγκατοίκους του, γύρισα στο σπίτι μου. Είχε νυχτώσει για τα καλά κι έβρεχε. Δεν ήμουν καλεσμένος πουθενά, ευτυχώς, αφού δεν παίζω χαρτιά. Άναψα ένα τσιγάρο και έπιασα να διαβάζω:

Περί αποδομήσεως του ανδρός
§ Δείξε του ότι είναι σημαντικός για σένα. Κάνε τον να το νοιώσει.
§ Για λίγο διάστημα, ας πούμε ένα μήνα φρόντισε να συντηρείς την ψευδαίσθηση της μοναδικότητας του.
§ Μην του πεις για τα προσφιλή σου πολυπρόσωπα ερωτικά σχήματα, πως έτσι γνώρισες τον πρώην άνδρα σου, για τις ατυχείς εγκυμοσύνες σου σε one night stands, πως η άποψη σου για το σεξ δεν είναι στην βάση συναισθημάτων, απόκρυψε προσεκτικά την άποψή σου "έλα μωρέ, ένα γαμίσι ήταν, τι ψυχή έχει ένα γαμίσι, άλλωστε φίλαράκι είναι".
§ Πρόσεξε μην παρασυρθείς και του πεις πως εξαρτάσαι συναισθηματικά και κυρίως οικονομικά από την μάνα σου - δείξε του πως είσαι μια χειραφετημένη, εργαζόμενη γυναίκα και πως έχοντας ατυχήσει στον γάμο σου, ψάχνεις μια μόνιμη κι εποικοδομητική σχέση.
§ Συμφώνησε με όλα όσα λέει ή πιστεύει.
§ Πες του πως ό,τι του αρέσει, αρέσει και σε σένα. § Δείξε του πως είναι καλός εραστής. Μίλα του για τα "μαγικά του χέρια", ακόμα κι αν δεν χύνεις ή κι αν ποτέ δεν έχυσες, ας όψεται το οιδιπόδειο με την μάνα σου.
§ Άφησέ τον να σου κάνει ακριβά δώρα - κάνε την δύσκολη να τα δεχτείς, κοκκίνισε με αιδώ, ως γνήσια χαμηλοβλεπούσα, άσχετα αν τα ονειρεύεσαι από καιρό αλλά η τσιγγουνιά σου δεν σ’ άφησε να τ’ αγοράσεις μόνη σου.
§ Υποσχέσου του την αιώνια αγάπη. Θα περιμένει. Φυσικά μάταια. Και θα ελπίζει.
§ Σιγά-σιγά, αργά και λελογισμένα, άρχισε να τα ανατρέπεις όλα. Γίνε πάλι αυτό, που πάντα ήσουν - ανερμάτιστη, η προσωποποίηση της αμφιθυμίας.
§ Όλα όσα ξέρεις πως τα θεωρεί σημαντικά, σπεύσε να τα μοιραστείς με άλλους. Άφησέ τον απέξω.
§ Γίνε πάλι εξόχως κοινωνική, αλλά μόνον με τους παλιούς σου φίλους ή και συνοργιαστές. Συνελόντι ειπείν, μ’ εκείνον να μιλάς λίγο, αποσπασματικά, τονίζοντας τα θέλω σου. Πες του μόνον τα απολύτως απαραίτητα και τα τετριμμένα. Αντίθετα, με τους άλλους άφησε την ευγλωττία σου να οργιάσει, λέγοντας, έστω και (ή εξόχως) ανοησίες.
§ Απόφευγε ο,τιδήποτε του αρέσει. Κάνε το επιδεικτικά, σε κοινή θέα. Τόνισε πως ο κύκλος σου είναι όλοι ανέκαθεν εύποροι, αποκρύπτοντας πως ο παππούς σου ήταν πλανόδιος παπλωματάς ή έστω, κάτι παρόμοιο. Και πως ανήκεις στο φρέσκο χρήμα. Όπως και οι περισσότεροι στον κύκλο σου.
§ Απόφευγε όλες εκείνες τις πράξεις ή συμπεριφορές, που είναι ιδιαιτέρως σημαντικές γι’ αυτόν. Ξέρεις εσύ.
§ Πρόσεξε να δώσεις στην συμπεριφορά σου μιαν αρκούντως μελοδραματική δικαιολογία. Χώρια που θα αρέσει και στους φίλους σου και θα σε αποσπάσεις το πολυπόθητο "βρε παιδάκι μου, πού έμπλεξες". Παράλληλα, είναι αρκούντως πιθανόν ή και βέβαιον ότι αυτός θα νιώσει ενοχές που αισθάνεται ότι μπήκε στο περιθώριο. Και σε κάθε περίπτωση, δεν θα τολμήσει ποτέ να διεκδικήσει τίποτα περισσότερο. Μάλλον.
§ Στην συνέχεια, ρίξε τον στον κάδο του Δήμου. Και πρόσεξε να κλείσεις καλά το καπάκι. Πάνω από όλα, μην ξεχνάς πως ενδιαφέρεσαι για τα κοινά και πως έχεις σαφή οικολογική συνείδηση.
Σημείωση: Τα ανωτέρω δεν έχουν (ούτε ποτέ είχαν) ημερομηνία λήξεως. Είναι ανέκαθεν εν ισχύει, προς χρήσιν μιας ορισμένης κατηγορίας γυναικών. Κάτι σαν τις "ανδρόβουλες", που αναφέρει ο Βενιαμίν Σανιδόπουλος στο βιβλίο του. Δεν είναι passe-partout. Τώρα, όποιος αναρρωτάται περί της θέλξεως της αποδομήσεως, ίσως να θελήσει να συλλογιστεί περί την ακαταλόγιστην επιθυμίαν επιβολής, εκδίκησεως ή υποτάξεως. Δεν ανθίσταμαι να υποπτευτώ πως η απάντησις είναι μονοσήμαντος. Δύσκολη η βουλιμία Αλλά περί ορέξεως λόγος ουδείς. Τώρα, όποιος αναγνωρίσει τον εαυτό του εντός ή και εκτός του κάδου του Δήμου, ας σπεύσει σε σεμινάρια αυτογνωσίας. Βέβαια, τα ανωτέρω είναι προϊόν φαντασίας. Οποιοιδήποτε σχέση με πραγματικά γεγονότα ή και καταστάσεις είναι απολύτως συμπτωματική.

Στις επόμενες σελίδες διάβασα τους στίχους τριών τραγουδιών, του Καζαντζίδη νομίζω, άλλωστε του αρέσει πολύ, όσο κι ο Κουπερέν.

Η ΔΙΠΡΟΣΩΠΗ
Σβήσε με κυρά μου
απ' τα τεφτέρια σου
κι άντε ν' ανταμώσεις
ξανά τα ταίρια σου
Δώσε τώρα τη καρδιά σου
σε άλλο πρόσωπο
και μαζί του τώρα παίξε
ρόλο διπρόσωπο
Σβήσε με κυρά μου
απ τα κιτάπια σου
και μοίραζε όπου θέλεις
τώρα τα χάδια σου
Στα όπα όπα σ' είχα
και σε ζηλεύανε
να βρούνε τέτοιον άντρα
κι άλλες γυρεύανε

Η ΑΦΙΛΟΤΙΜΗ
Ήμουνα μοναχοπαίδι ήμουνα μοναχογιός
κι έχω γίνει ψυχοπαίδι κι έχω γίνει παραγιός
Στη δική σου την καρδιά αφιλότιμη
πόσο λάθος με μετράς αφιλότιμη
Ήμουνα ο νοικοκύρης ήμουνα ο σεβνταλής
κι έχω γίνει μουσαφίρης κι έχω γίνει κουρελής
Στη δική σου την καρδιά αφιλότιμη
πόσο λάθος με μετράς αφιλότιμη

Η ζΩΗ ΜΟΥ ΟΛΗ
Η ζωή μου όλη είναι μια ευθύνη
όλα μου τα παίρνει τίποτα δε δίνει
η ζωή μου όλη είναι ένα καμίνι
που ‘χω πέσει μέσα και με σιγοψήνει
Η ζωή μου όλη μια ανοησία
κι η μοναδική μου η περιουσία
η ζωή μου όλη είναι μια θυσία
που σκοπό δεν έχει ούτε σημασία
Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο
που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω
κι όταν γίνει η γόπα κέρασμα στο χάρο
όταν έρθει η ώρα και τόνε τρακάρω


Έκλεισα το σημειωματάριο με βαριά καρδιά, τούτο το απόβραδο των Αγίων Σύλβεστρου και λοιπών, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Έβρασα μια λουΐζα, άναψα κι άλλο τσιγάρο και κάθισα μπροστά στον υπολογιστή. Συνειρμικά μου ήλθε το τραγούδι του Ζαμπέτα,

Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά
όλες τις συνοικίες
δε θέλω πολυτέλειες
και πολυκατοικίες
Είχα έναν παλιόφιλο
τα ίχνη του έχω χάσει
σ’ένα στέκι απόμερο
το στέκι του Θανάση
Πού 'σαι Θανάση
Πού 'σαι Θανάση
Ηθελα να σ’αντάμωνα…
Πού 'σαι Θανάση
Πού 'σαι Θανάση
Ηθελα να σ’αντάμωνα
Η γρουσουζιά να σπάσει
Εκεί θα βρω της νιότης μου
τα φίνα τα ωραία
Το Μάνθο το Θεμιστοκλή
και την παλιά παρέα
Δίπλα θα καθήσουμε
σαν πρώτα στο τραπέζι
και μαζί θ’ακούσουμε
γλυκιά πενιά να παίζει.

Ελπίζω να μην χρειαστεί να το τραγουδήσω ποτέ. Είμαι βαρύθυμος τώρα και κοντεύει η αλλαγή του Χρόνου. Προσπαθώ να θυμηθώ πως τόσο ο χρόνος όσο και η μέτρησή του είναι συμβατικά καθορισμένες έννοιες. Αρκούμαι να αναπολήσω τα κα-ρώ του έρωτα και να ελπίζω - άλλωστε, προσφιλής μου φράση "και εν τοις δεινοίς, απερισκέπτως ευέλπιδες εσμέν". Και την επόμενη φορά, δηλαδή αύριο, να ανάψω ένα κερί και για τον Θανάση και για τον προσφάτως μεταστάντα Τ.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2007

Ελπήνωρ

Ελπήνωρ
Τελικά για τύχη του Ελπήνορα οι απόψεις διίστανται. Άλλοι λένε πως τον καταβρόχθησαν οι χοίροι της Κίρκης, άλλοι πάλι διατείνονται πως τελεύτησε πέφτοντας από έναν βράχο. Άρα καμιά εκδοχή δεν είναι σίγουρα μονοσήμαντη. Το βέβαιο είναι πως με τα χρόνια ο Ελπήνωρ μεταμορφώθηκε σε βιβλιοπωλείο. Ναι, σε βιβλιοπωλείο, κάπου στο Κέντρο, όπου αυτός σύχναζε τα τελευταία είκοσι χρόνια, σχεδόν κάθε Σάββατο και μερικές φορές και απογεύματα όταν, βολτάροντας τον σκύλο του, ο δρόμος τον έφερνε από κει. Με τα χρόνια είχε αποκτήσει μια κάποια οικειότητα με την ιδιοκτήτρια, καθόταν και χάζευε με τις ώρες τα βιβλία φυλλομετρώντας τα και η μυρωδιά του τον καταπράυνε.
Σάββατο ήταν κι ήταν στο βιβλιοπωλείο χαζεύοντας βιβλία. Η κόρη του τον πήρε στο κινητό κι από συνήθεια της απάντησε στα γαλλικά μονολεκτικά όταν η πεντάμορφη ατθίς μπήκε στο βιβλιοπωλείο. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν κι ένοιωσε πως επρόκειτο να ερωτευθεί την Πεντάμορφη. Την κοίταξε κι αναρρωτήθηκε αν υπάρχει μια αθάνατη ψυχή μέσα σ’ αυτό το υπέροχο σώμα ή αν η μορφή είναι απλώς ένα ζώο ή το χρώμα των λουλουδιών. Το πρασινωπό γαλάζιο χρώμα των ματιών της, στο χρώμα του πάγου, του επιβεβαίωσε την πρώτη του σκέψη. Μέσα του, αταβιστικά, ήξερε πως κι οι δυό τους θαύμαζαν χωρίς να ξέρουν πως η στιγμή εκείνη θα άλλαζε το νόημα όλης τους της ζωής, πως αυτή θα γινόταν η πατρίδα του, πως οι στιγμές της περιπλάνησης στην έρημο είχαν περάσει. Αντάλλαξαν λίγα λόγια. Μετά από 1802 μέρες και σχεδόν ισάριθμους θανάτους - ματαιώσεις, ξεγελάσματα, προσβολές, διάσταση απόψεων, ουρλιαχτά, αμφιθυμίες και άλλα δεινά - σταμάτησαν να βλέπονται. Επώδυνα. Κι έμεινε με την θλίψη του, τον σκύλο του, άλλον πια, φέροντας ως ενθύμιο της μακράς αυτής μάχης και διάφορα ψυχοσωματικής υφής συμπτώματα, που τον οδήγησαν στην ταλαιπώρια των επεμβάσεων και μιας ελαφρής χημειοθεραπείας. Αλλά, όσο υπάρχει θάνατος υπάρχει κι ελπίδα, έτσι λέγεται. Ωστόσο αυτός έτεινε να μην το πολυπιστεύει - υπάρχουν τόσα πολλά είδη θανάτου πέραν του βιολογικού. Κι αυτός είχε ζήσει κάμποσους κι ήξερε. Το πεπρωμένο, στο οποίο πίστευε τόσο βαθειά κι ακράδαντα, του είχε παίξει ένα άσχημο αστείο.

*

Πριν από πολύ καιρό, 2121 μέρες αργότερα, δηλαδή τις προάλλες, το απόγευμα του Αγίου Νικολάου, έχοντας ανάψει ένα κεράκι για τον ανιψιό του τον Νικόλα, που σκοτώθηκε 21 ετών πριν δέκα χρόνια, κατάληξε στον Ελπήνορα. Είχε ανάγκη να διαβάσει κάτι μικρό κι εύληπτο, να αλεγράρει η ψυχή του. Ταλαντευόταν ανάμεσα στα πεζά του Τσέλαν και του Σμιτ, όταν είδε να μπαίνει μια γυναίκα, σαν οπτασία, που έμοιαζε στην Πεντάμορφη, ίδιες κινήσεις, ίδιο βλέμμα. Αντάλλαξε μια ματιά μαζί της, ένοιωσε το ενδιαφέρον της. Τρόμαξε. Δεν ήθελε άλλα κακόγουστα παιγχνίδια του πεπρωμένου. Διάλεξε αποφασιστικά το βιβλίο του Σμιτ, πλήρωσε κι έφυγε σαν κυνηγημένος. Στον δρόμο, ανατρέχοντας στο παρελθόν, βεβαιώθηκε για μιαν άλλη φορά για το κρυφό πλέγμα, που αρπάζει τον κόσμο και τα γεγονότα, που τίποτε απ’ όσα συμβαίνει δεν είναι αθώο και δίχως συνέπειες. Είμαστε προϊόν των κρυφών κανόνων που ορίζουν τυχαιότητες - από την συμμετρία του σύμπαντος ως την στιγμή που περνάει κανείς την πόρτα ενός βιβλιοπωλείου. Το ίδιο βράδυ, στην περιώνυμη πολυθρόνα βυθίστηκε στην ανάγνωση. Ήταν πια η καθημερινή του συνήθεια, στο πλαίσιο της μεγάλης αναμονής, αυτό που ο Μπόρχες ονομάζει larga espera, γνωρίζοντας, μέσα του, πως η Πεντάμορφη είχε πια πετάξει σ’ άλλες αγκαλιές.
"Ξέχνα ρε Μπίλυ τη Φανή, όσο και να το θέλεις πια, δεν πρόκειται να ξαναρθεί".

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007


Στις 9 Οκτωβρίου του 1967 εκτελέστηκε ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα μαζί με όλους τους συντρόφους του. Στην Βολιβία, της Νότιας Αμερικής.
Ο ρομαντισμός του, η ανιδιοτέλειά του αλλά κύρια, ο πρόωρος θάνατός του συγκινούν βαθειά. Γίνεται πρότυπο στην γενιά της αμφισβήτησης στην Δύση, στην δεκαετία ’60 κι αργότερα στα ’70.
Μόνον που οι καιροί πια αλλάζουν. Απρόβλεπτα και με απίστευτη ταχύτητα. Τον ψυχρό πόλεμο τον έχει αντικαταστήσει μια «νέα τάξη πραγμάτων». Πάει πια το τείχος του Βερολίνου, η Σοβιετική Ένωση, οι (φρούδες) ελπίδες για έναν σοσιαλισμό, που θα μπορούσε να είναι υπαρκτός.
Τα «οργισμένα» νιάτα του ’60 και του ’70 τελικά περιορίστηκαν ν’ αλλάξουν τις ιδέες τους. Ο «άδικος» καπιταλισμός μπορεί να σου προσφέρει μια λαμπρή καριέρα, ένα μεγάλο κι άνετο σπίτι, ένα γρήγορο αυτοκίνητο, τηλεόραση, ντιβιντί και σινιέ ρούχα, αγαθά πολύ πιο δελεαστικά από το αμπέχωνο και τα τριμμένα τζην.
«Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα», έλεγαν ένας-ένας ώσπου στο τέλος δεν έμεινε πια κανένας. Η αφίσα του Τσε κατέβηκε απ’ τον τοίχο γιατί δεν ταίριαζε με το νέο ντιζάιν. Μπορεί και να φυλάχτηκε σε κάποιο συρτάρι, πιο συχνά όμως χάθηκε σε μια από τις αλλεπάλληλες μετακομίσεις. Οι τοίχοι στα μοντέρνα σπίτια είναι λευκοί. Σαν το μηδέν και το άπειρο. Δεν κρεμούν πια σ’ αυτούς όνειρα και ιδεολογίες αλλά την ευτελή απομόνωση μιας εύκολης κι ανώδυνης ζωής. Δεν είναι άσχημα - όλα καλά..

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007


Τώρα που ο κουρνιαχτός κατακάθισε…

Τώρα που οι κουρασμένοι χορευτές γύρισαν στην σκληρή πίστα της καθημερινότητάς τους για να χορέψουν τους δικούς τους ομαδικούς χορούς της παράδοσής μας, του βουκολικού μας του Ζαλόγγου μιμητές… Τώρα που τα αμείλικτα ερωτήματα θα αρχίσουν να φυτρώνουν, εκεί που κανείς από τους διονυσιασμένους καρναβαλιστές της πολιτικής δεν διανοήθηκε ποτέ να σπείρει… Τώρα που το «ξέσπασμα», υποκατάστατο της μηδαμινής έστω πολιτικής ανάλυσης, οδηγήθηκε στην υποτέλεια της αναμονής των μαγικών λύσεων…
Τώρα λοιπόν, ήγγικεν η ώρα της αδίστακτης πραγματικότητας να πάρει την πανηγυρική της ρεβάνς, να βγει στους δρόμους τους έρημους και να περιγελάσει, να χλευάσει τους αδυσώπητα αισιόδοξους…
Τι καλά, που με περισσή καλοσύνη και δημαγωγική ευμάρεια, θα λυθεί το πρόβλημα της διαπλοκής… Τι καλά, που η πολιτική εξυψώθηκε στην χορεία των λύσεων από τους αγαθούς ανθρώπους… Τι καλά, που η ανάλυση περί των συνθηκών που μας οδήγησαν στην λάσπη, περιορίζεται σε ευχολόγια και λύσεις που σαν από μηχανής θεοί θα δώσουν, οι άσπιλοι κι αμόλυντοι, κραδαίνοντας τις άχραντες ρομφαίες τους… Τι καλά, που τόσοι δύστυχοι κοινωνιολόγοι τσάμπα φάγανε τα νιάτα τους στην βιοπάλη, προσπαθώντας οι δόλιοι να βρούνε τα «γιατί»…
Ναι λοιπόν! Οι Έλληνες δώσανε πάλι την λύση, με την αρχαϊκή τους σοφία σαν οδηγό και φάρο τηλαυγή… Η απάντηση φάνταζε δύσκολη και τελικά ήταν τόσο περιπαικτικά απλή: «Οι γεματούληδες είναι από παράδοση καλοσυνάτοι, και τούτο είναι το υπέρτατο εχέγγυο για τις λύσεις τις κομψές, τις ντελικάτες»
Λάβετε θέσεις και αν μπορέσετε να αποστασιοποιηθείτε θα δείτε την ίδια κωμωδία την γνωστή, με μερικούς νέους όμως τούτη τη φορά πρωταγωνιστές. Ένας ανανεωμένος νέος θίασος, βρήκε την κερκόπορτα ανοιχτή και μπούκαρε πλησίστιος στην μικρή μας πόλη.
Οι εκλογές αυτές θα μείνουν στην ιστορία, σαν η επιτομή της αποπολιτικοποίησης. Θα είμαστε παρόντες και σε τούτο το νέο το γλέντι θεατές, πλην όμως όχι υποχρεωτικά και χειροκροτητές.
«Η ζωή εν τέλει, είναι μια τραγωδία, μα σαν πάρεις το χαμπάρι τούτο έχει αδυσώπητη πλάκα», είπε κάποια σοφή γιαγιά, σε κάποιο ορεινό χωριό, κάποια χειμωνιάτικη νυχτιά κι ύστερα πέθανε γελώντας τρανταχτά.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2007


Με λένε ΤΡΕΛΟ

Ένας τυπικός πρόεδρος, μιας τυπικής πολιτικής νεολαίας, θα εξηγούσε με τον τυπικότερο δυνατό τρόπο ότι οι πολιτικές νεολαίες είναι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρήσιμες στο πολιτικό γίγνεσθαι είτε γιατί ο φιλελευθερισμός θριάμβευσε είτε γιατί ο λαός ζητεί επιτακτικά εκσυγχρονισμό είτε γιατί το βάθος του ορίζοντα χαράζει κόκκινο. Βρε ουστ!
Δεν θα έλεγε ότι η νεολαιίστικη κομματική ταυτότητα των μεγάλων κομμάτων έχει την ίδια χρησιμότητα με τα χαρτάκια προτεραιότητας στις τράπεζες: Όλοι στη σειρά να πάρετε λεφτά! Ελάτε να σας βολέψουμε! (Καθώς θα περιμένετε στη σειρά κάντε και μια αφισοκόλληση...)
Θέλεις να γίνεις δημόσιος υπάλληλος, φέρελπις κομματάρχης, αυριανός κομισάριος σε σοβιέτ; Βρε ξαναούστ! Φτωχοί και αδύναμοι αρλεκίνοι του μοντερνισμού, που εξισώνετε την πολιτική δράση με το ποντάρισμα στο χρηματιστήριο, να ξέρετε ότι δεν υπάρχει πολιτική νεολαία χωρίς τη νεολαία, χωρίς νιότη στις ιδέες, χωρίς ένα ζωνάρι πάντα λυμένο για καβγά. Μικροί ευνούχοι στην υπηρεσία των μανδαρίνων, πώς μπορείτε να μένετε ευνούχοι; Και με ποιο δικαίωμα στερείτε από την κοινωνία το μέλλον της; Θλιβεροί λωτοφάγοι σας ξέρουμε καλά, γιατί σας είδαμε μια μέρα στον καθρέφτη μας, γιατί οι αρίδες σας είναι οι αρίδες μας πάνω στους καναπέδες μας. Και σπάσαμε τους καθρέφτες μας και κάψαμε τους καναπέδες μας... Υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει ότι «νέος» σημαίνει «αντάρτης»; Υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει ότι η πρώτη ανταρσία είναι ενάντια στον εαυτό μας; Υπάρχει κάποιος που να ακούει ερπύστριες και τρέχει καταπάνω τους;
Οι νεολαίες έχουν νόημα όταν κάνουν αντάρτικο. Μέσα στους θεσμούς, για τους θεσμούς. Με σημαία την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Πόσα κόμματα σάς λένε την αλήθεια; Πόσοι πολιτικοί έχουν για ιδεολογία τη δικαιοσύνη; Τι τους ανέχεστε, μωρέ; Τι τους ψηφίζετε; Τι τους αφήνετε να σας μαντρώνουν;

Με λένε ΤΡΕΛΟ… και δεν μου αρέσει το κουτόχορτο.
Σε λένε Ελλάδα και μου αρέσει να σε κοιτώ στα μάτια.
Δεν θέλω να γίνω πολιτικός. Θέλω να κάνω πολιτική. Και είναι, κοιτώντας σε στα μάτια, που το κατάλαβα.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2007


Προεκλογικές υποσχέσεις σε Δ.Υ., περί φόρτου εργασίας

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007

Χέρια Μαγικά...
και μυρωδιές από κόκκινες, ζαχαρωτές καραμελίτσες. Ο, εσαεί, λόγω εγγενούς εγωπαθούς αμφιθυμίας και ρηχότητος απαρνηθείς παράδεισος.

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2007


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΚΑΛΥΠΤΟΥ




Στην αρχή νόμισα πως πρόκειται για τίποτα μουσαφίρηδες από την επαρχία σε κάποιο μπαλκόνι στον ακάλυπτο. Τρώγανε και πίνανε με θόρυβο και παρ' όλο που ήταν καταμεσήμερο δεν βγήκα να διαμαρτυρηθώ. Εντάξει, είπα, θ' αντάμωσαν μετά από καιρό οι άνθρωποι και θα το γλεντάνε. Θα φάνε, θα ξαναφάνε, θα πούνε, θα ξαναπούνε, θα σκάσουν από τα γέλια και κάποτε θα φύγουν.
Βράδιασε όμως, νύχτωσε και δεν έλεγαν να το κουνήσουν. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια, τις ίδιες ώρες. Τότε βγήκα στο δικό μου μπαλκόνι και φώναξα, αλλά κανείς δεν μου απάντησε. Ακολουθώντας τις φωνές ανακάλυψα την πηγή τους. Και τρόμαξα στ' αλήθεια. Όλος αυτός ο θόρυβος, όλη αυτή η φασαρία ερχόταν από το διπλανό μου διαμέρισμα, που όλ' αυτά τα χρόνια ήταν ακατοίκητο.
Ο θυρωρός μου είπε ότι νοικιάστηκε σε δύο φοιτήτριες. Για μένα ήταν σαν να νοικιάστηκε σε όλο το Πανεπιστήμιο. Ξαφνικά, από τη μία στιγμή στην άλλη, το ωραίο μου, ήσυχο σπίτι, έγινε άσχημο και αφόρητο. Παρέμενα όλη τη μέρα στους δρόμους από το φόβο, πως έτσι και βρεθώ μέσα του, θα πρέπει ν' αντιμετωπίσω όλους αυτούς τους άγνωστους καταπατητές. Τη μισή νύχτα την περνούσα στο μπαλκόνι μου φωνάζοντας, στην αρχή παρακαλώντας, μετά βρίζοντας.
Ρώτησα τον φίλο μου τον Βασίλη που κάνει δωρεάν παρτούζες όταν του το ζητήσουν, που εκτός από υποχρεωτικός ερωτιάρης, τυχαίνει να δίνει και καλές συμβουλές, τι να κάνω. (Ο Βασίλης πριν λίγο καιρό είχε περάσει την ίδια κατάσταση μ' ένα πιάνο, που έπαιζε συνέχεια και φάλτσα. Τους πλησίασε, πρόσεφερε τις¨"υπηρεσίες" του, η γυναίκα του έλειπε στο χωριό της και έγιναν στην συνέχεια και φίλοι, περνούσαν τις γιορτές οικογενειακά - για την παρτούζα, ούτε λέξη βέβαια). Είχα ζήσει πάνω από μισό αιώνα και κατάφερα, όχι μόνο να μην μπω φυλακή, αλλά ούτε σε δικαστήριο. Δεν είχα σκοπό να μπω τώρα. Πιο καλά ν' αλλάξω σπίτι, του είπα. Ο Βασίλης αναστέναξε.
-Ξέρεις, στην αρχαία Αθήνα, όταν πουλούσαν ένα σπίτι, μέσα στα προτερήματά του ανέφεραν και τους καλούς γείτονες.
-Ε, θα το βάλω και εγώ στην αγγελία. Θα λέω πως είμαι καλός γείτονας και καλός ενοικιαστής.
-Γράψε και φιλόζωος, ίσως και μουγκός, γέλασε. Ποτέ δεν ξέρεις.
Μια νύχτα που διαλαλούσα από το μπαλκόνι μου πως κοιμάμαι, ακούστηκε από δίπλα ένα βροντερό «χέστηκα». Ο χέστης δεν εμφανίστηκε και με το δίκιο του, ένας άνθρωπος σ' αυτή την κατάσταση δεν είναι για να παρουσιάζεται.
Πληρώνοντας το νοίκι του μήνα είπα στην ιδιοκτήτρια, ότι ψάχνω για σπίτι. Της εξήγησα και τους λόγους. Σε δύο μέρες μου χτύπησε την πόρτα.
-Κοίτα, είπα στους γείτονές σου, ότι κι εμείς μπορούμε να χέζουμε, όχι μόνο εσείς και μου είπαν, ότι κι εκείνες νοιάζονται για την καλή συγκατοίκηση. Μου είπαν μάλιστα, πως θέλουνε να σου φέρουν μια μηλόπιτα, αλλά ντρέπονται.
Πέρασαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες μέσα σε ησυχία και γαλήνη και ευχαριστώντας τες, πήγα και ακούμπησα έξω από την πόρτα τους τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» ευχόμενος καλά μερόνυχτα πλέον. Την άλλη μέρα μου έφεραν τη μηλόπιτα.
Ξανάγιναν όλα καλά κι ωραία -περισσότερο κι από πριν.
Τώρα μένει να μονοιάσει ο φίλος μου ο Βασίλης, με τη γυναίκα του, που αυτό τον καιρό κοιμάται ο ένας στον πάνω όροφο κι ο άλλος στον κάτω γιατί αυτή πληροφορήθηκε τις επιδόσεις του.
Μένει να μονοιάσει ο ένας παπάς με τον άλλο, ο ένας πολιτικός με τον άλλο, ο ένας ποδοσφαιρόφιλος με τον άλλο, ο ένας κριτικός με τον άλλο, το ένα χωράφι με το άλλο, ο ένας τοίχος με τον άλλο. Μένει να φιλιώσουν οι οδηγοί μεταξύ τους και με τους πεζούς. Η εκκλησία με την πολιτεία. Το δεξί χέρι με το ζερβό.
Ίσως έτσι έρθει κάποτε και η πολυπόθητη μέρα, που θα φιλιώσει η μια χώρα με την άλλη και να βρούνε οι λαοί την ησυχία τους. Και μαζί μ' όλους αυτούς κι εγώ.
Σημείωση: Οι αναφερόμενοι χαρακτήρες είναι, προφανώς, φανταστικοί. Όποιος θελήσει να τους συνδέσει με υπαρκτά πρόσωπα πλανάται πλάνη οικτρά. Το πολύ-πολύ ν’ αντικρίσει τον εαυτό του στους χαρακτήρες αυτούς και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2007


ΠΟΘΕΝ ΤΟΥΤΟΙΣ ΤΑΥΤΑ;*
(Κινηματογραφική ταξινόμηση)


Κατά τον Πλάτωνα, η διαλεκτική είναι η «κατ’ εξοχήν» μέθοδος προσπελάσεως εις ένα πρόβλημα, η μεθοδική αντιμετώπισή του (η λέξη στην κυριολεκτική της έννοια), που επιτρέπει την απαλλαγή από την «τυραννία του αισθητού» και να αγγίξει την αληθινή γνώση. Κατά τον Αριστοτέλη, αντιθέτως, η ανωτέρω διαλεκτική δεν δύναται να τύχει γενικής εφαρμογής καθ’ ότι κατατείνει στο να πείθει και όχι στο να αποδείξει. Κατά συνέπεια, ο εξ ορισμού υποκειμενικός χαρακτήρας της κατά Πλάτωνα διαλεκτικής αυτοαναιρείται λόγω της αδυναμίας να επιτύχει αποδείξεις, δηλαδή συμπεράσματα αντικειμενικώς τεκμηριωμένα.
Αυτό συμβαίνει σε τομείς της πραγματικότητας (ή της σκέψης, που προσδοκά να την ερμηνεύσει) οι οποίοι δεν επιδέχονται αποδείξεις. Τέτοιοι είναι η ηθική ή / και η πολιτική. Περαιτέρω, ο 20ος αιώνας γεννήθηκε μάλλον υπό τον αστερισμό των στοχασμών του Λέοντος Τόλστοϊ και του Βίκτωρος Ουγώ (παρένθεση: σημειώνω πως αρκετά ξένα ονόματα έχουν ελληνοποιηθεί, γνωρίζουμε πως ο Νεύτωνας ανακάλυψε τους τούς νόμους της βαρύτητας -ο Νιούτον παραμένει άγνωστος-, πως ένας λαμπτήρας είναι π.χ. 60 Βατ -κι όχι Ουαττ-, πως ο Ναπολέων αναφέρεται ως Βοναπάρτης κι όχι ως Ναπολεόν Μποναπάρτ, κλείνει η παρένθεση) - «καλή η τέχνη για την τέχνη, αλλά ακόμη καλύτερη η τέχνη για την πρόοδο»), παρά υπό το θνησιγενές φως των πυροτεχνημάτων των αισθητιστών, οι οποίοι είδαν τις θεωρίες τους να καταποντίζονται μετονομαζόμενες «παρακμιακές» και να ξεφτίζουν σαν το ουράνιο τόξο του Κιτς.
Η τέχνη του κινηματογράφου, ώριμο τέκνο της «οργής» του προηγούμενου αιώνα δεν είναι διόλου άμοιρη για αυτήν την μεταστροφή. Ο κινηματογράφος, κύριος και, κατά κάποιον μαγικό τρόπο, δέσμιος της εικόνας, παρέσχε εξ αρχής στους θεράποντές του όχι μόνον πρόσφορο πεδίο για να θεμελιώσουν στην συνείδηση του θεατή «την κοινωνική χρησιμότητα» της τέχνης τους, αλλά και όποτε χρειαζόταν, να ξεφεύγουν με ποικίλα τεχνάσματα από τις παντοειδείς λαβυρίνθιες ερεβώδεις σπηλιές.
Ο Γκοντάρ διαλύει όλες τις κινηματογραφικές συμβάσεις και σαρκάζει μέχρι τελικής διαβρώσεως τον κλασικισμό με την πλέον "κλασική" του ταινία, την Περιφρόνηση... Ίσως θελήσετε να σκεφτείτε πως ακριβώς γι' αυτό η εν λόγω ταινία είναι η κατ' εξοχήν "γκονταρική" - ίσως πάλι όχι. Κι ακόμη, ίσως θελήσετε να διαλογιστείτε πάνω στην εξαιρετική φράση του Ανδρέα Εμπειρίκου "τα μυστικά του σινεμά είναι κι αυτά εικόνες", (ίσως και της ποίησης, προσθέτω) και όπως κάθε εικόνα, επιτρέπει στον καθένα μια δική του, καταδική του ερμηνευτική πραγματικότητα.
Αν ο Γκοντάρ είπε ότι στον κινηματογράφο το κατ' εξοχήν ηθικό είναι το πού θα τοποθετήσεις την μηχανή σου (με άλλα λόγια, η "γραμματική" αισθητική της λέξης, ο «χρόνος» του ρήματος, η «πτώσις» του ουσιαστικού κλπ) ο Ντ. Ου. Γκρίφφιθ και ο Σεργκέι Αϊζενστάιν (ναι, εδώ δεν ισχύει η ελληνοποίηση, δεν λέμε Σέργιος) είναι αυτοί, που έθεσαν τον τύπο επί των ήλων της κινηματογραφικής γλώσσας με το κροσ-κάττινγκ και το παράλληλο (διαλεκτικό) μοντάζ αντίστοιχα, προικίζοντας την τότε εν εξελίξει κινηματογραφική αφήγηση με τις άπειρες δυνατότητες ενός ιδιότυπου αλλά παντοδύναμου συντακτικού την εικόνων. Συνελόντι ειπείν, στην ανθρώπινη ζωή δεν υπάρχει παρθενογένεση. Το καινούργιο οικειοποιείται πολλά στοιχεία από το παλιό, τουλάχιστον στις δύο των τριών ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ως Άνθρωπο, στην τέχνη και στην πίστη (το τρίτο είναι ο έρωτας) - τα ιστορικά παραδείγματα αφθονούν.
Συμπτωματικά και οι δύο αυτοί εκπροσωπούν τον λεγόμενο «πολιτικό» κινηματογράφο εν τη γενέσει του. Όμως ο πρώτος θωπεύει δουλικά τους μεγιστάνες της εκκολαπτόμενης παγκόσμιας δύναμης, ενώ ο δεύτερος πασχίζει να αρθρώσει το μήνυμα μιας νέα τάξης, γόνιμα (!) αμήχανος ανάμεσα στις συμπληγάδες του φουτουρισμού και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αδιάφορο. Πάντως, κινηματογράφος, ως κατ’ εξοχήν «πολιτική» μορφή τέχνης, είχε γεννηθεί. Και βέβαια, ο όρος «πολιτικός» για μένα σημαίνει την ικανότητα δυνητικής μεταστοιχείωσης της κοινωνίας από χρησιμοθηρική σε μιαν οιονεί ανθρωποκεντρική προσέγγιση κι όχι μια απλή ετικέττα που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν.
Κοντολογίς, δεν υπάρχουν είδη κινηματογράφου - έν είδος ότι ουδέν είδος, πλην αυτού της δυνητικής πνευματικής ανάτασης. Τουτέστιν, κάθε φιλμ, όπως κάθε έργο τέχνης, πρέπει να αποτιμάται per se (αυτό καθ’ εαυτό) ανεξάρτητα αν κατά τους μελετητές-καταστιχογράφους, άλλως γνωστούς ως θεωρητικοί ή/και κριτικοί του κινηματογράφου (sic) ανήκει σε κάποιο είδος και σε ποι'ο, αφού κανένα εέργο τέχνης δεν γίνεται να ανήκει οπουδήποτε. Οι σφραγίδες, οι ετικέττες, οι όροι, έχουν ημερομηνία λήξης και μικρό προσδόκιμο ζωής. Κι αν καμιά φορά τα χρησιμοποιούμε, μικρό το κακό. Ως παράδειγμα αναφέρω τα ανά την Υφήλιο Συμπόσια Κινηματογράφου. Ονομάζονται συμπόσια, αλλά δεν πίνει κανείς και δεν υπάρχουν και αυλήτριδες (οι στάρλετ είναι πολλές φορές απλώς «αρτίστες»).
Το έργο τέχνης είναι μια ελεύθερη οντότητα που συλλαμβάνεται στον νου του δημιουργού, τρέφεται με το αίμα του φαντασιακού του και βγαίνει από τα μητρικά σκοτάδια στις φωταψίες του κόσμου, για να χαρακτηριστεί, αφού κριθεί, σε καλό ή κακό έργο (η μόνη έντιμη ταξινόμηση των έργων τέχνης) κι όχι να κριθεί με βάση του αν τα χαρακτηριστικά του χωράνε ή όχι σε προκατασκευασμένα συρταράκια ταξινόμησης.
Και αν ένα έργο κριθεί ως καλό άρα, επαναβλέψιμο, τότε ισχύει και εδώ η περίφημη στιχομυθία με τον Τζώρτζ Μπ. Σω, που ερωτήθηκε αν την Βίβλο την έγραψε το Άγιο Πνεύμα. Κι απάντησε, όλα τα βιβλία, που θέλουμε να ξαναδιαβάσουμε, γράφτηκαν από το Άγιο Πνεύμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταινίες.
Αυτά τα ολίγα. Για την ώρα.


* Και γενομένου σαββάτου ήρξατο εν τη συναγωγή διδάσκειν. Και πολλοί ακούοντες εξεπλήσσοντο λέγοντες, πόθεν τούτω ταύτα; Και τις η σοφία η δοθείσα αυτώ, και δυνάμεις τοιαύται δια των χειρών αυτού γίνονται; (κατά Μάρκον, Στ’, 2)

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2007


Η Ανατολή

Στις 4 Ιουλίου 1904, ο Σουηδός εθνολόγος και εξερευνητής Σβεν Άντερς Χέντιν, που είχε οργώσει τα υψίπεδα και της ερήμους της Κεντρικής Ασίας ψάχνοντας για την «κυλιόμενη» λίμνη Λοπ Νορ και τα κατάλοιπα των πολιτισμών, που δημιούργησαν την Χρυσή Ορδή, βρήκε σ’ ένα ουζμπέκικο μαγαζί στο Κάσγκαρ ένα περίεργο λυχνάρι και το αγόρασε.

Στις 5 Ιουλίου 1904, ο Σβεν Άντερς Χέντιν ξύπνησε στο δωμάτιό του στην Στοκχόλμη. Το πρώτο πράγμα, που αντίκρισε, ήταν το ζωγραφιστό ταβάνι - και το αναγνώρισε. Είδε ύστερα την τρίφυλλη καρυδένια ντουλάπα, το καλογυαλισμένο γραφείο, το ανοιγμένο λεξικό, την καρέκλα, που είχε αναποδογυριστεί από μιαν απρόβλεπτη αναχώρηση - και τα αναγνώρισε όλα. Μια μαυροντυμένη καστανή γυναίκα με φωτεινά μάτια του χάιδευε το χέρι. Την ρώτησε πόσος καιρός είχε περάσει, αλλά δεν κατάφερε να συγκρατήσει την απάντηση.

«Ώστε λοιπόν, δεν υπάρχει πραγματική Ανατολή…;» τον ρώτησε η γυναίκα.

Ο Σβεν Άντερς Χέντιν γύρισε αργά-αργά το βλέμμα του προς το παράθυρο. Ο ουρανός ήταν μολυβένιος. Έβρεχε ψιλά και ασταμάτητα.

Αναδεύτηκε στο κρεβάτι του. «Υπάρχει», απάντησε κουρασμένα, «Υπάρχει. όμως η μόνη πραγματική ανατολή είναι η φανταστική, η ιδεατή. Και να ξέρεις, μόνον οι αόρατες πόλεις θα σωθούν από τον κατακλυσμό...»

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2007


Σκύλα (και Χάρυβδη)
ή
Ίμερος και Κλινοπάλη*

Τον "έκοψε" με το που μπήκε στου "Φιλίππου". Ξεχώριζε σαν διαμάντι ανάμεσα σε ζιργκόν, το κουτάλι της αιωρήθηκε αμήχανα ανάμεσα στην ψαρόσουπα και τα χείλη της, το άφησε τελικά να πέσει. "Τι όμορφος, ελαφροϊσκιωτος και συνεσταλμένος άντρας", σκέφτηκε, "χλωμός και πυρετώδης ως ποιητής ή βαλές, αδέξιος κι ανθρωποφοβικός...". Κρατούσε μια πελώρια σκούρα πράσινη ομπρέλα (την ίδια που, πολύ αργότερα, θα σκέπαζε και τους δυό τους στις αθηναϊκές καταιγίδες) κι οι κινήσεις του ήταν σπασμωδικές σαν μαριονέττα.
"Ο άνδρας μου, ο Π...". Ναι, έμοιαζε με τον πρώην σύζυγο της, το δίχως άλλο και πολύ μάλιστα, αλλά όχι, δεν ήταν ανάμνηση αυτό που ξύπνησε τις αισθήσεις της, ήταν προβολή του μέλλοντος στο παρόν της. Απέστρεψε το βλέμμα της κι άγγιξε το χέρι του συντρόφου της. Τα είδε τα σάπια, υπαναχώρησε σαν μιαν άλλη Πηνελόπη στη ρόκα και τον αργαλειό της, αυτή η εμμονή να "τιμά" το ταίρι της, συνειδητά μονογαμική κι, όμως, τόσο ασταθής, αρεσκόμενη στις εναλλαγές "τιμημένων", οπωσδήποτε, συντρόφων αλλά αλλεπάλληλων, ενίοτε γραμμικά, ο ένας πίσω απ' τον άλλον, και με αέναια πισωγυρίσματα. Ο διάολος, όμως, το 'σπασε το ποδάρι του, ο ξένος την κοίταξε σταθερά, ίσια στα μάτια, σχεδόν ατρόμητα προχώρησε στο μέρος της, στο τραπέζι τους και χαιρέτισε τη κολλητή της! Η βελουδένια αντρική φωνή του έφθασε από τ’ αυτιά της μέχρι τις θηλές της, κατηφόρισε στο αιδοίο της, προχώρησε στον κόλπο, ανέβηκε μέχρι τον μίσχο της μήτρας της και δόνησε τις σάλπιγγες των ωοθηκών της. Μισοπαρέλυσε τη στιγμή των συστάσεων, ταράχτηκε, κι οι δύο έχασαν ελαφρώς το χρώμα τους (αυτός χλωμός, βέβαια, μεγάλη διαφορά δεν έκανε) και μετά τίποτε.
Κάθισε στο διπλανό τραπέζι μαζί μ’ έναν sui generis τύπο, κάτι σαν κίναιδο. "Αδερφή", σχολίασε ο Μ., "καθόλου", απάντησε η κολλητή (τον ζαχάρωνε μάταια κάνα χρόνο τώρα), "πόσων ετών είναι;", ψέλλισε εκείνη, "45, 50;". "΄Οχι, πολύ μεγαλύτερος, μικροδείχνει, γύρω στα 52, χωρισμένος εδώ και έξη χρόνια, πως σου φαίνεται;". Δεν κρατήθηκε, ξεστόμισε τον μοναδικό λόγο που και θα καθησύχαζε σύντροφο και φιλενάδα, και θα όριζε έναν νοητό κύκλο γύρω από τον άγνωστο, τον κύκλο που θα τον περιφρουρούσε μέχρι εκείνη να πάρει τις αποφάσεις της, μέχρι να γίνει δικός της: «Αδερφή», αποφάνθηκε και δάγκωσε τη γλώσσα της.

*

Ξύπνησε στο πλάι του. Μόλις το προηγούμενο βράδυ είχαν ξανασμίξει μετά από έξη μήνες χώρια. Τον κοίταξε. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, το πρόσωπο του ήρεμο, αγγελικό, σχεδόν παιδικό. Το σώμα του εφηβικό, νευρώδες. Ξεκίνησε να τον λατρεύει από την κορφή του κεφαλιού του και προχωρούσε αργά και σταθερά μέχρι τα άκρα του. Ασημοκάστανα, ίσια και πλούσια μαλλιά, ευγενική κατατομή, ψηλό κι ευρύ μέτωπο, καστανά πυκνά και καλογραμμένα φρύδια, τα μάτια κλειστά με τις μακριές βλεφαρίδες να φυλάνε τον ύπνο του, η φινετσάτη μύτη ανασηκωμένη στα φαρδιά ρουθούνια, τα χείλη του, αχ, τα χείλη του, σαρκώδη και ρόδινα, το πάνω λίγο παχύτερο από το κάτω, ο λεπτοκαμωμένος λαιμός του με την ελίτσα αριστερά κάτω απ΄ το μήλο του Αδάμ, οι γραμμωμένοι ώμοι του, τα δυνατά του μπράτσα σαρκωμένα, οι κάπως κοντοί πήχεις του, κατάλοιπο κάποιου κακού γονίδιου ενός όχι και τόσο αρχοντικού προγόνου, τα μακριά και φαρδιά χέρια του. Και μετά, το στέρνο του με τ’ ασημοκάστανο χνούδι, η αισθητή υποψία στομαχιού, η ευωδιαστή ζούγκλα του εφηβαίου του, το αγαλμάτινο, νεανικό φύλο του, οι λαγόνες, οι γυμνασμένοι τετρακέφαλοι, τα ταλαιπωρημένα από το περπάτημα γόνατα, οι σταθερές, γήινες γάμπες του και τα φαρδιά πέλματα με τα κάπως κοντά δάχτυλα, άλλο ακόμα ένα κακό γονίδιο. Μόνον αυτά τα δύο. Έσκυψε να τον οσμιστεί κι εκείνος ξύπνησε. Έτοιμος από καιρό; εδώ κι έξη μήνες; ποιος ξέρει; μπήκε μέσα της και με την ασφυκτική λαβή του γύρω απ' τους ώμους της κόλλησε πάνω της. Ως ένα.

*
Μου 'ρχεται να σου σπάσω το κεφάλι! Ευτυχώς που δεν σ’ έχω μπροστά μου γιατί θα στην άναβα. Α, όχι, σήμερα δεν θα τη σκαπούλαρες τόσο φθηνά, δεν θα προλάβαινες να ξεστομίσεις τα νευρασθενικά σου και να με τσακίσεις, θα σ’ έλιωνα πριν καν αντιληφθείς το "κακό" να πλησιάζει. Θα καθόμασταν, ας πούμε, ωραία και καλά στον καναπέ σου (αυτό τον ίδιο που σου έχω κάψει, μαλακισμένο, αντί να με διεκδικήσεις - κι εκείνο το βράδυ με χρειαζόσουν, έστω λίγο ακόμα -, ψέλλισες "για τον Μ. φεύγεις..." ή κάτι τέτοιο, μαλακισμένο, με τις φοβίες σου κόντεψες να μας πάρεις στο λαιμό σου αλλά σ’ έφτιαξα εγώ, σου γύρισα παριστάνοντας τη βρεγμένη γάτα και το έχαψες και νομίζεις πως θα "περνάς καλά μαζί μου" αλλά ή θα συμμορφωθείς ή δεν τον γλιτώνεις τον εγκλεισμό), ωραία και καλά, λοιπόν, στον παλιοκαναπέ σου, που δίνεις τόση σημασία στα "ωραία πράγματα", εστέτ μη σου γαμήσω, το πιο ωραίο πράγμα στη ζωή σου ολόκληρη είμαι εγώ και ξέρεις τη μαύρη δυστυχία της απουσίας μου, την ξέρεις, δεν την ξέρεις, ρε ζώον; ΄Η, μήπως, νομίζεις πως δεν ξέρω ότι ξέρεις; Αλλά έπρεπε να τα ‘χα απαντήσει εκείνα τα γαμημένα τέσσερα τηλεφωνήματα σου, έπρεπε, για να μάθω τι σκατά θα ‘λεγες, πόσο βαθιά θα ‘σκαβες το λαγούμι για να θάψουμε την αγάπη μας. I spared you, όμως, όπως θα 'λεγε ο μισός δίγλωσσος μωραΐτικος εαυτός μου, σε λυπήθηκα και δεν το σήκωσα το ξερό μου να μας καταδικάσω. Σε φαντάζομαι, όμως, αποφασισμένο να το παίξεις by ear, η πρώτη σου ατάκα θα ήταν "τι κάνεις", ξέρεις ν’ αρχινάς τις καταδίκες μας εσύ, αλλά εγώ είμαι εκείνη που βάζω το damper γιατί, θεομαλακισμένο, δεν ξέρω πως, κατορθώνεις να με πείθεις ότι τα εννοείς όσα λες! Πάει στο διάολο αυτό, μη χάνω χρόνο με λελυμμένα...
Στον καναπέ, λοιπόν, επανέρχομαι θα σου σβούριζα μια σφαλιάρα στο φρεσκοκουρεμένο σβέρκο σου, τον ουρανό-σφοντύλι και τ' άστρα μακαρόνια θα 'βλεπες και η μόνη σου αντίδραση θα ήταν το απορημένο βλέμμα σου. ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ, μην κάνεις τον μαλάκα, την αξίζεις - για να μην πω τη δικαιούσαι - τη γερή σφαλιάρα σου, τι θα κάνω με σένα, ένα παλτουδάκι με το πέλος σου, ένα κολιέ-choker με τα δοντάκια σου, μαγειρίτσα με τα νευρωσικά εντόσθια σου, δαχτυλίδι tiger-eye με το δεξί ματάκι σου και καινούργιο ροζ αιδοίο με τα χειλάκια σου. Κάτι άλλο; Θα σκεφτώ.
Απορημένος, θα'παιρνες εκείνο το ύφος μείγμα αθωότητας κι έκπληξης, λες και δεν την περίμενες από καιρό αυτή την ουρανοκατέβατη - κεραυνός εν αιθρία - σφαλιάρα, και μπροστά σου θ’ ανοίγονταν οι δύο δρόμοι: της "αρετής" και της "κακίας". Σαδομαζόχα μου εσύ, νευρασθενικέ μου, με τι χαρά θα επέλεγες το δρόμο της κακίας, θα το άνοιγες, λοιπόν, το ροδαλό σου στοματάκι και θα την ξέρναγες τη μαλακία. Μεγαλόψυχη εγώ θα σου βάραγα ακόμα μια, δυνατότερη, μπας και συνέλθεις γιατί, αγάπη μου μοναδική και μεγάλη, κορμί, ψυχή και πνεύμα μου κατάλαβε το πια: ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΨΥΧΙΚΟ ΠΟΝΟ, ΟΥΤΕ ΕΣΥ ΟΥΤΕ ΕΓΩ. Τον σωματικό, δεν λέω, σκυλιά κι οι δύο... Πριν το βουλώσεις, λοιπόν, και σε σφίξω πνιγηρά στην αγκαλιά μου και σε σκάσω στα φιλιά, σου θυμίζω πως εγώ δεν είμαι η Χ, κυρία που γλιστράει στα σκατά της ανημποριάς σου να εκφραστείς, εγώ είμαι πολύ σκληρό καρύδι και δεν θα φεισθώ, θα σ’ την κεράσω τη σουίτα στο Δαφνί, δωμάτιο με θέα. Θα στη φουντώσω εγώ τη φλόγα του αυτοοικτιρμού σου, αυτόν τον κόμπο στο φάρυγγα σου μπροστά στην ευτυχία θα στον διογκώσω, το νευρωτικό στομαχάκι σου θα το κάνω εγώ τσατάλια αλλά, κυρίως, θα "παίξω" με το βλαμμένο μυαλουδάκι σου, θα το ταλανίσω τόσο πολύ που θ΄ αναγκαστεί να λογικευτεί. Και μετά θα δέχομαι έναντι αδρής αμοιβής ασθενείς "με το πρόβλημα σου" κι, επιτέλους, θα ‘χουμε όσα έσοδα θέλουμε για να κάνουμε ό,τι θέλουμε που, πανάθεμα μας, θα 'θελα να τα δω επιτέλους τι είναι αυτά! ΚΑι πού είσαι, δεν μου βγάζεις από το μυαλό ότι έχω πέσει θύμα μαγγανείας και γητειάς...be brave, though, and try me without your spells!
--
Σημείωση: Οι αναφερόμενοι χαρακτήρες είναι, προφανώς, φανταστικοί. Όποιος θελήσει να τους συνδέσει με υπαρκτά πρόσωπα πλανάται πλάνη οικτρά. Το πολύ-πολύ ν’ αντικρίσει τον εαυτό του στους χαρακτήρες αυτούς και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

* Eυγενική παραχώρηση του τίτλου απο την 3 parties a day