
Η τέχνη της Αποδόμησης
Ο Θανάσης, ο τελευταίος εναπομείνας κολλητός φίλος μου, κάτι σαν το alter ego μου, κατέληξε να παρακολουθεί τον τελευταίο καιρό όλα τα "πρωινάδικα" και όλα τα "μεσημεράδικα" παρέα με τον Αρίστο και τον Παρασκευά, τους δικούς του τελευταίους εναπομείναντες, εντρυφώντας δε στην ενασχόληση αυτή ενδελεχώς πεπεισμένος περί της εντελέχειας του θέματος "Ζωή".
Τον είδα χθες το απόγευμα για την ανέκαθεν ανταλλαγή πρωτοχρονιάτικων ευχών. Πήγα στο σπίτι του, στην οδό Πλάτωνος Διαδόχου κι εκεί, ανάμεσα στα χιλιάδες βιβλία και τους πολλούς πίνακες των αγαπημένων του Ρόρη και Μπότσογλου, στο εγγενές κατοικίδιο χάος - ο ίδιος ασπάζεται την άποψη του προσφάτως εκλιπόντος φίλου μας Τ. πως στο χάος υπάρχει τάξη και τούτο γιατί ο Τ. ήταν αστροφυσικός - και την άμετρη κατανάλωση μελομακάρονων και φλιτζανιών τούρκικου καφέ φερμένου πρόσφατα από του Κέκκερη στην Κομοτηνή, χριστουγεννιάτικο πεσκέσι, ανάμεσα σ’ όλα αυτά λοιπόν κι ιδιαίτερα στα τελευταία που του απαγορεύονται λόγω υγείας - ενδιαμέσως κατάπινε και τα συνήθη λυγρά φάρμακα - μου εξήγησε την τέχνη της αποδόμησης του άνδρα.
Κάπως έτσι ήταν η κουβέντα μας: Ξέρεις, στο χαζοκούτι, που παρακολουθώ ανελλιπώς κάθε μέρα, κτυπάω οκτάωρο για να ξεχνάω πως η ζωή μου είναι μια διαδρομή από ήττα σε ήττα, παρατήρησα πως παρέχονται στις γυναίκες τηλεθεατές - αλήθεια γιατί τηλεθεατές κι όχι τηλεθεάτριες κατά το ταξιθέτης - ταξιθέτρια; - πέραν των κουτσομπολιών και διάφορων άχρηστων αλλά συρμωδών συμβουλών, ας πούμε, πώς να φτιάξεις τον καλύτερο πολίτικο μπακλαβά, πώς να στρώσεις το κρεβάτι σου σύμφωνα με τις τελευταίες προδιαγραφές του φενγκ σούι, πώς να κάνεις τον δικό σου να σέρνεται πίσω σου σαν εκπαιδευμένος σκύλος, πώς να τον εκδικηθείς για την απιστία του, πώς να τον καταφέρεις να σου κάνει ακριβά δώρα, πώς να δέχεται τις απιστίες σου ακόμη κι αν αυτές ενέχουν και ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, πώς να έχεις πάντα το πάνω χέρι και λοιπά επιμορφωτικά, χρήσιμα και κυρίως, ψυχωφελή. Ωστόσο, διαπίστωσα μια πρόδηλη βασική παράλειψη και επειδή έχοντας εντρυφήσει στην μελέτη του Ντεριντά τις νύχτες, όταν φοβάμαι να αποκοιμηθώ για μιαν ακόμη φορά μόνος, αποφάσισα να συντάξω ένα συνοπτικό εγχειρίδιο "Περί αποδομήσεως του ανδρός", κάτι σαν "οδηγίες προς ναυτιλομένους" .
Αναστέναξε, κατάπιε ένα χάπι κι άναψε το πούρο του. Βρωμοκόπισε ο τόπος. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί. Αυτό είναι το δώρο σου για την Πρωτοχρονιά, από τον Άγιο Βασίλη, είναι το δώρο, η μελέτη του Άγιου είναι το καλύτερο δείγμα κλιματικής αλλαγής στον πλανήτη, που, δυστυχώς, οι επιστήμονες θεληματικά αγνοούν.
Τον κοίταξα ερωτηματικά. Ο Άγιος Βασίλης, σύμφωνα με την παράδοση φοράει κόκκινα, έχει άσπρα γένια. Μέχρις εδώ, όλα καλά. Αλλά, έχει έλκηθρο, που το σέρνουν τάρανδοι. Ο Άγιος Βασίλης είναι από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, κάπου στα υψίπεδα της Μικράς Ασίας, αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο. Άρα για να παρουσιάζεται έτσι, με έλκηθρο και ταράνδους, σημαίνει πως το κλίμα τον 4ον αιώνα , που έζησε, ήταν πολικό, ενώ τώρα είναι αυτό, που λέμε "ηπειρωτικό". Τι άλλη απόδειξη χρειάζεσαι;" είπε χαμογελαστά και μου έτεινε έναν φάκελο. Τον άνοιξα. Μέσα είχε ένα μαύρο, μικρού μεγέθους σημειωματάριο, από αυτά που λέγονται "μόουλσκιν" και που τα χρησιμοποιεί αφειδώς. Το κείμενο ήταν γραμμένο με τον εύσχημο γραφικό του χαρακτήρα κι όπως πάντα, με βιολετιά μελάνη. Άρχισα να το διαβάζω αλλά με έκοψε λίγο απότομα, " Όχι τώρα, δεν θέλω παρηγόριες και τα συναφή. Για την ώρα τα έχω με την Αθανασία, δηλαδή είμαι ακόμη εδώ, έστω ως ει παρών, η Ευθανασία δεν μου αρέσει ακόμα". Με κοίταξε κατάματα: Θερμεσίλαε, είμαι κουρασμένος, φταίνε τα φάρμακα, βλέπεις πως αραίωσαν τα μαλλιά μου; Θα ξαπλώσω. Σε παρακαλώ, τάισε τους συγκατοίκους μου.
Σηκώθηκε με το πούρο στο χέρι. Τον παρατήρησα. Το βλέμμα του είχε ψιλοχάσει την λάμψη του, μάλλον πονούσε, αλλά διόλου την αποφασιστικότητά και τον υποφώσκοντα αυτοσαρκασμό του. Σηκωθήκαμε κι αγκαλιαστήκαμε σιωπηλά. Να το βάλεις στο μπλογκ σου, στον Ελπήνορα, ως Κεφάλαιο Δύο. Και που είσαι, μου άρεσε ο Ελπήνορας. Να το συνεχίσεις. Μου χαμογέλασε. Θα ξαπλώσω λίγο, μου είπε.
Κι εγώ, αφού τάισα τους συγκατοίκους του, γύρισα στο σπίτι μου. Είχε νυχτώσει για τα καλά κι έβρεχε. Δεν ήμουν καλεσμένος πουθενά, ευτυχώς, αφού δεν παίζω χαρτιά. Άναψα ένα τσιγάρο και έπιασα να διαβάζω:
Περί αποδομήσεως του ανδρός
§ Δείξε του ότι είναι σημαντικός για σένα. Κάνε τον να το νοιώσει.
§ Για λίγο διάστημα, ας πούμε ένα μήνα φρόντισε να συντηρείς την ψευδαίσθηση της μοναδικότητας του.
§ Μην του πεις για τα προσφιλή σου πολυπρόσωπα ερωτικά σχήματα, πως έτσι γνώρισες τον πρώην άνδρα σου, για τις ατυχείς εγκυμοσύνες σου σε one night stands, πως η άποψη σου για το σεξ δεν είναι στην βάση συναισθημάτων, απόκρυψε προσεκτικά την άποψή σου "έλα μωρέ, ένα γαμίσι ήταν, τι ψυχή έχει ένα γαμίσι, άλλωστε φίλαράκι είναι".
§ Πρόσεξε μην παρασυρθείς και του πεις πως εξαρτάσαι συναισθηματικά και κυρίως οικονομικά από την μάνα σου - δείξε του πως είσαι μια χειραφετημένη, εργαζόμενη γυναίκα και πως έχοντας ατυχήσει στον γάμο σου, ψάχνεις μια μόνιμη κι εποικοδομητική σχέση.
§ Συμφώνησε με όλα όσα λέει ή πιστεύει.
§ Πες του πως ό,τι του αρέσει, αρέσει και σε σένα. § Δείξε του πως είναι καλός εραστής. Μίλα του για τα "μαγικά του χέρια", ακόμα κι αν δεν χύνεις ή κι αν ποτέ δεν έχυσες, ας όψεται το οιδιπόδειο με την μάνα σου.
§ Άφησέ τον να σου κάνει ακριβά δώρα - κάνε την δύσκολη να τα δεχτείς, κοκκίνισε με αιδώ, ως γνήσια χαμηλοβλεπούσα, άσχετα αν τα ονειρεύεσαι από καιρό αλλά η τσιγγουνιά σου δεν σ’ άφησε να τ’ αγοράσεις μόνη σου.
§ Υποσχέσου του την αιώνια αγάπη. Θα περιμένει. Φυσικά μάταια. Και θα ελπίζει.
§ Σιγά-σιγά, αργά και λελογισμένα, άρχισε να τα ανατρέπεις όλα. Γίνε πάλι αυτό, που πάντα ήσουν - ανερμάτιστη, η προσωποποίηση της αμφιθυμίας.
§ Όλα όσα ξέρεις πως τα θεωρεί σημαντικά, σπεύσε να τα μοιραστείς με άλλους. Άφησέ τον απέξω.
§ Γίνε πάλι εξόχως κοινωνική, αλλά μόνον με τους παλιούς σου φίλους ή και συνοργιαστές. Συνελόντι ειπείν, μ’ εκείνον να μιλάς λίγο, αποσπασματικά, τονίζοντας τα θέλω σου. Πες του μόνον τα απολύτως απαραίτητα και τα τετριμμένα. Αντίθετα, με τους άλλους άφησε την ευγλωττία σου να οργιάσει, λέγοντας, έστω και (ή εξόχως) ανοησίες.
§ Απόφευγε ο,τιδήποτε του αρέσει. Κάνε το επιδεικτικά, σε κοινή θέα. Τόνισε πως ο κύκλος σου είναι όλοι ανέκαθεν εύποροι, αποκρύπτοντας πως ο παππούς σου ήταν πλανόδιος παπλωματάς ή έστω, κάτι παρόμοιο. Και πως ανήκεις στο φρέσκο χρήμα. Όπως και οι περισσότεροι στον κύκλο σου.
§ Απόφευγε όλες εκείνες τις πράξεις ή συμπεριφορές, που είναι ιδιαιτέρως σημαντικές γι’ αυτόν. Ξέρεις εσύ.
§ Πρόσεξε να δώσεις στην συμπεριφορά σου μιαν αρκούντως μελοδραματική δικαιολογία. Χώρια που θα αρέσει και στους φίλους σου και θα σε αποσπάσεις το πολυπόθητο "βρε παιδάκι μου, πού έμπλεξες". Παράλληλα, είναι αρκούντως πιθανόν ή και βέβαιον ότι αυτός θα νιώσει ενοχές που αισθάνεται ότι μπήκε στο περιθώριο. Και σε κάθε περίπτωση, δεν θα τολμήσει ποτέ να διεκδικήσει τίποτα περισσότερο. Μάλλον.
§ Στην συνέχεια, ρίξε τον στον κάδο του Δήμου. Και πρόσεξε να κλείσεις καλά το καπάκι. Πάνω από όλα, μην ξεχνάς πως ενδιαφέρεσαι για τα κοινά και πως έχεις σαφή οικολογική συνείδηση.
Σημείωση: Τα ανωτέρω δεν έχουν (ούτε ποτέ είχαν) ημερομηνία λήξεως. Είναι ανέκαθεν εν ισχύει, προς χρήσιν μιας ορισμένης κατηγορίας γυναικών. Κάτι σαν τις "ανδρόβουλες", που αναφέρει ο Βενιαμίν Σανιδόπουλος στο βιβλίο του. Δεν είναι passe-partout. Τώρα, όποιος αναρρωτάται περί της θέλξεως της αποδομήσεως, ίσως να θελήσει να συλλογιστεί περί την ακαταλόγιστην επιθυμίαν επιβολής, εκδίκησεως ή υποτάξεως. Δεν ανθίσταμαι να υποπτευτώ πως η απάντησις είναι μονοσήμαντος. Δύσκολη η βουλιμία Αλλά περί ορέξεως λόγος ουδείς. Τώρα, όποιος αναγνωρίσει τον εαυτό του εντός ή και εκτός του κάδου του Δήμου, ας σπεύσει σε σεμινάρια αυτογνωσίας. Βέβαια, τα ανωτέρω είναι προϊόν φαντασίας. Οποιοιδήποτε σχέση με πραγματικά γεγονότα ή και καταστάσεις είναι απολύτως συμπτωματική.
Στις επόμενες σελίδες διάβασα τους στίχους τριών τραγουδιών, του Καζαντζίδη νομίζω, άλλωστε του αρέσει πολύ, όσο κι ο Κουπερέν.
Η ΔΙΠΡΟΣΩΠΗ
Σβήσε με κυρά μου
απ' τα τεφτέρια σου
κι άντε ν' ανταμώσεις
ξανά τα ταίρια σου
Δώσε τώρα τη καρδιά σου
σε άλλο πρόσωπο
και μαζί του τώρα παίξε
ρόλο διπρόσωπο
Σβήσε με κυρά μου
απ τα κιτάπια σου
και μοίραζε όπου θέλεις
τώρα τα χάδια σου
Στα όπα όπα σ' είχα
και σε ζηλεύανε
να βρούνε τέτοιον άντρα
κι άλλες γυρεύανε
Η ΑΦΙΛΟΤΙΜΗ
Ήμουνα μοναχοπαίδι ήμουνα μοναχογιός
κι έχω γίνει ψυχοπαίδι κι έχω γίνει παραγιός
Στη δική σου την καρδιά αφιλότιμη
πόσο λάθος με μετράς αφιλότιμη
Ήμουνα ο νοικοκύρης ήμουνα ο σεβνταλής
κι έχω γίνει μουσαφίρης κι έχω γίνει κουρελής
Στη δική σου την καρδιά αφιλότιμη
πόσο λάθος με μετράς αφιλότιμη
Η ζΩΗ ΜΟΥ ΟΛΗ
Η ζωή μου όλη είναι μια ευθύνη
όλα μου τα παίρνει τίποτα δε δίνει
η ζωή μου όλη είναι ένα καμίνι
που ‘χω πέσει μέσα και με σιγοψήνει
Η ζωή μου όλη μια ανοησία
κι η μοναδική μου η περιουσία
η ζωή μου όλη είναι μια θυσία
που σκοπό δεν έχει ούτε σημασία
Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο
που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω
κι όταν γίνει η γόπα κέρασμα στο χάρο
όταν έρθει η ώρα και τόνε τρακάρω
Έκλεισα το σημειωματάριο με βαριά καρδιά, τούτο το απόβραδο των Αγίων Σύλβεστρου και λοιπών, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Έβρασα μια λουΐζα, άναψα κι άλλο τσιγάρο και κάθισα μπροστά στον υπολογιστή. Συνειρμικά μου ήλθε το τραγούδι του Ζαμπέτα,
Θα πάρω σβάρνα μια βραδιά
όλες τις συνοικίες
δε θέλω πολυτέλειες
και πολυκατοικίες
Είχα έναν παλιόφιλο
τα ίχνη του έχω χάσει
σ’ένα στέκι απόμερο
το στέκι του Θανάση
Πού 'σαι Θανάση
Πού 'σαι Θανάση
Ηθελα να σ’αντάμωνα…
Πού 'σαι Θανάση
Πού 'σαι Θανάση
Ηθελα να σ’αντάμωνα
Η γρουσουζιά να σπάσει
Εκεί θα βρω της νιότης μου
τα φίνα τα ωραία
Το Μάνθο το Θεμιστοκλή
και την παλιά παρέα
Δίπλα θα καθήσουμε
σαν πρώτα στο τραπέζι
και μαζί θ’ακούσουμε
γλυκιά πενιά να παίζει.
Ελπίζω να μην χρειαστεί να το τραγουδήσω ποτέ. Είμαι βαρύθυμος τώρα και κοντεύει η αλλαγή του Χρόνου. Προσπαθώ να θυμηθώ πως τόσο ο χρόνος όσο και η μέτρησή του είναι συμβατικά καθορισμένες έννοιες. Αρκούμαι να αναπολήσω τα κα-ρώ του έρωτα και να ελπίζω - άλλωστε, προσφιλής μου φράση "και εν τοις δεινοίς, απερισκέπτως ευέλπιδες εσμέν". Και την επόμενη φορά, δηλαδή αύριο, να ανάψω ένα κερί και για τον Θανάση και για τον προσφάτως μεταστάντα Τ.