Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2007

Χέρια Μαγικά...
και μυρωδιές από κόκκινες, ζαχαρωτές καραμελίτσες. Ο, εσαεί, λόγω εγγενούς εγωπαθούς αμφιθυμίας και ρηχότητος απαρνηθείς παράδεισος.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2007

Η ΕΛΛΑΔΑ, ΣΗΜΕΡΑ

Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά
Κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί
Τα νιάτα χάνονται στα βρώμικα σοκάκια
για να μετρήσουνε το μπόι τους στη γη
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, πάψε να με κυβερνάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, πάψε να με τυραννάς
Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς
Χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
κι η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς
Ρε μπάρμπα κάτσε να μάς πεις μια ιστορία
πώς ήταν τότες η μανούλα μας παλιά
Έπεφτε ξύλο σα γινόταν φασαρία
ή σάς νανούριζε με χάδια και φιλιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μου σπαράζεις τη καρδιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μου πληγώνεις τη χαρά
Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι
την κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ
Μητέρα, είπε, ήταν ένα κοριτσάκι
που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ
Τα άνθη στόλιζαν τ’ αγέρωχο κεφάλι
μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μου ’χεις φάει την ψυχή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί
Αυτή παιδιά μου ήταν τότες η μανούλα
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές
Το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα
κι απ’ τα κουρέλια του φαινότανε οι πληγές
Κι αν μάς χτυπάει με μανία και φωνάζει
την βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
Το όνειρο που φεύγει την τρομάζει
ν’ αναζητάει μια χαμένη ελευθεριά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μάνα στο καμίνι της φωτιάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μάνα πες μας πάλι τι ζητάς
Μουσική/Στίχοι Γιάννης Μαρκόπουλος

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2007


Η Τέλεια Δημοσκόπηση...

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2007


Της μεταμορφώσεως, συνέχεια (και μετά τον Δεκαπενταύγουστο)
Φαίνεται λογικό να πούμε ότι η θρησκευτικότητα γεννιέται από τον τρόπο με τον οποίο η φύση σε μαθαίνει να την ατενίζεις.
Διηγούνται πως ο ιδρυτής του ζεν, της πιο εκλεπτυσμένης ίσως σχολής του βουδισμού, ο Μποντιντάρμα, έκοψε μια μέρα τα βλέφαρά του ώστε να μην τον ξαναπάρει ο ύπνος την ώρα του διαλογισμού, κι απ' αυτά τα κομμένα βλέφαρα, που έπεσαν στο χώμα, φύρτωσαν τα φύλλα του τσαγιού.
Ιδού -λένε- γιατί το ζεν και το τσάι έχουν την ίδια γεύση. Εννοείται ότι τέτοιοι θρύλοι αντηχούν οργανικές αλήθειες, τις οποίες διαισθάνεται ο άνθρωπος στην επαφή του με τον φυσικό κόσμο. Το ζεν, ας πούμε, δεν θα μπορούσε να έχει γεννηθεί παρά μόνο στην Ιαπωνία.
Οποιος άκουσε ή διάβασε έστω και το ελάχιστο γι' αυτή τη διδασκαλία καταλαβαίνει πως οι «ιδέες» που τη συγκροτούν, η έλλαμψη της στιγμής, ο αυτοματισμός, η έξοδος του θεϊκού υποκειμένου από τη σκηνή και η επιμονή στην εμπειρία του παρόντος χρόνου, όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να έχουν θριαμβεύσει στο επίπεδο του πολιτισμού παρά μόνον απέναντι σε μια φύση τόσο ευγενική και συνάμα εύθραυστη, τόσο περίπλοκη και συνάμα άδολη, τόσο διάφανη και «δίχως νόημα», όσο η γιαπωνέζικη. Το ζεν είναι η τροχιά της σταγόνας σ' ένα σωλήνα από μπαμπού, κελάδημα του γρύλου, ήχος της νιφάδας του χιονιού πάνω στο χρυσάνθεμο.
Φαίνεται λογικό να πούμε ότι η θρησκευτικότητα γεννιέται από τον τρόπο με τον οποίο η φύση σε μαθαίνει να την ατενίζεις.
Λαοί που κατοίκησαν έναν φυσικό κόσμο υπερβολικά κυκλοθυμικό, λαοί κατά βάθος μανιοκαταθλιπτικοί, όπως οι Ελληνες, συγκρότησαν θρησκευτικά συστήματα όπου τα άκρα, τα αντίθετα, το καλό και το κακό, ήταν στημένα σε δυο πόλους τέτοιους ώστε να επιτρέπουν, στο μεταξύ τους άνοιγμα, όλες τις πιθανές βαθμίδες των ενδιάμεσων καταστάσεων. Πολυθεϊσμός όπου μπορούσες να βρεις όλους τους ανθρώπινους χαρακτήρες, όλους τους τύπους επιθυμίας, όλα τα ρεύματα της επιείκειας ή της παραφροσύνης.
Καθώς το ανθρώπινο ον γλιστράει, εν προκειμένω, από την κατάθλιψη του χειμώνα στις εξάρσεις της άνοιξης, το μυστικό της οικειότητας με τον φυσικό κόσμο, απαράλλακτο από τους κλασικούς μέχρι τον Παπαδιαμάντη, απαιτεί γερά κότσια για να μην τρελαθείς, έστω κι από την ευτυχία. Σε τριγυρίζουν αμέτρητες θεότητες, νύμφες των δασών, νηρηίδες των υδάτων, ημίθεοι κάθε είδους, άγγελοι και αρχάγγελοι, ένας για κάθε ξεχωριστό στίγμα της φυσικής και ηθικής ζωής, ψυχοπομποί που μεταφέρουν οιωνούς, τερατάκια και διάβολοι, όλοι αυτοί οι μεσάζοντες βρίσκονται εδώ και εκεί και παραδίπλα, στοιχειώνοντας τα πάντα. Τέτοιο είναι το σκηνικό του μεσογειακού φυσικού κόσμου που παρέλαβε ο χριστιανισμός.
Αυτός δεν γεννήθηκε στα Τέμπη. Οπως και οι άλλες δύο μονοθεϊστικές θρησκείες, ο ιουδαϊσμός και ο ισλαμισμός, αποκαλύφθηκε στην έρημο, εκεί όπου ο Μωυσής βλέπει τη βάτο και παραλαμβάνει τις εντολές, εκεί όπου προσεύχεται ο Ιησούς πριν από την κοσμική ζωή του, εκεί όπου ο Μωάμεθ θα θεμελιώσει το δικό του όραμα. Τι πιο φυσικό από το να σκεφτούμε πως ήταν, ακριβώς, η ομοιομορφία της ερήμου που ενέπνευσε στους εβραίους την ιδέα του ενός και μοναδικού Θεού; Η εικόνα του Θεού καθρεφτίζεται στην ενιαία, απέραντη σιωπή μιας ερήμου που σβήνει ομαλά στα προάστια, στους τόπους όπου κυκλοφορεί και δοκιμάζεται ο Λόγος.
Εδώ πέρα δεν βασιλεύει η πολυμορφία των νησιών του Ειρηνικού ή της ζούγκλας του Αμαζονίου, ώστε να νιώσει κανείς περικυκλωμένος από το πανδαιμόνιο των πνευμάτων, ούτε οι βίαιες εναλλαγές των τοπίων της κεντρικής Ασίας, που θα είχαν σαν επακόλουθο ένα άκαμπτο μανιχαϊκό σχήμα, ούτε η γλυκιά, η παράφορη και ψευδαισθησιακή φύση της ελληνικής ή της ιταλικής χερσονήσου, οπότε θα 'θελες να ονειρευτείς ένα πάνθεον με το οποίο να έχεις καθημερινό πάρε δώσε πίσω από τους θάμνους και μέσα στις σπηλιές και του οποίου το μουρμουρητό θα αντηχεί στο θρόισμα των φύλλων. Οχι, εδώ έπρεπε να καταλάβεις πως το δέος μπροστά στο Θεό είναι ακριβώς η ιλιγγιώδης απλότητα του Θεού. Ο Θεός δεν είναι σύνθετος.
Ετσι ξεκινούν οι μονοθεϊστικές θρησκευτικές εμπνεύσεις στην έρημο, σαν να λέμε στην έρημο μιας ψυχής που την αγγίζει ο προϊδεασμός της συμπαντικής πραγματικότητας. Το τοπίο είναι ένα, ο Θεός είναι ένας. Αν το νεύμα του Θεού εξαντλείται στην τήρηση του νόμου ή στα έργα της συμπάθειας ή στον υψηλό προσηλυτισμό, αυτά τα ιδανικά παραμένουν, με τη σειρά τους, μοναδικα και ενιαία. Μια τρομερή αλήθεια, η αλήθεια της απεραντοσύνης, η αλήθεια μιας αχανούς ολότητας, εισβάλλει στον πολιτισμό για να τον προσανατολίσει σε μια χρονικότητα ανεπίστρεπτη, σαν τη διάσχιση της ερήμου.
Η θεϊκή δικαιοσύνη, όπως την αντιλαμβάνονται οι εβραίοι, η αγάπη, όπως την αντιλαμβάνονται οι χριστιανοί, η Μοίρα και η Ιστορία, όπως την αντιλαμβάνονται οι μωαμεθανοί, αυτός ο ορίζοντας είναι - λένε - ολικός, απέραντος, άπειρος, τέλειος. Είναι η ερημιά, η ηρεμία από την ανάποδη.
Φαίνεται πως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι αποσπούσαν χρησμούς από την «άμμο που τραγουδάει», δηλαδή στα σημεία εκείνα όπου η άμμος από διοξείδιο του πυριτίου, εφόσον πατήσεις επάνω της, συντονίζεται σε μια ψηλή συχνότητα, εκπέμποντας μια μονότονη αλλά ευχάριση μουσική νότα. Οταν η άμμος είναι υγρή σωπαίνει, όμως όταν ζεσταθεί στον ήλιο επανέρχεται στη διαπασών.
Αυτό το απλό παράδειγμα δείχνει ασφαλέστερα από οποιοδήποτε άλλο ότι για κάθε τοπίο υπάρχουν ιδιαίτεροι οιωνοί, κι ότι αυτό που έλεγαν οι θεοί στους Αιγύπτιους δεν ήταν το ίδιο μ' εκείνο που έλεγαν στους Βίκινγκς. Ούτε οι Βίκινγκς είχαν ανάγκη να επινοήσουν έναν πολιτισμό του Μέτρου, όπως οι Έλληνες, διότι το μέτρο τους το παρείχε αφειδώς η καταχνιά.
Ετσι, για τις μονοθεϊστικές θρησκείες, μεταφορικά μιλώντας, οι οιωνοί της άμμου ήταν πάντα οι ίδιοι, διότι η άμμος τραγουδάει την ίδια νότα παντού. Να τηρείς το νόμο, ν' αγαπάς τον πλησίον, να πολεμάς τους άθεους, τέτοιες εντολές δεν αλλάζουν εύκολα. Είναι άτρεπτες, είναι άφθαρτες, όπως η έρημος. Και αν αφήνουν ένα ερώτημα να αιωρείται, πρόκειται για το ερώτημα που λέει: μέχρι ποίου σημείου επιτρέπεται να τις διορθώνει, κάθε ανθρώπινη κοινότητα, μέσα στα σύνδρομα της δικής της ιδιοσυγκρασίας, του δικού της κλίματος, του δικού της φυσικού κόσμου; Μέχρι ποίου σημείου είναι θεμιτό να ταυτίζουμε τον Ιησού με τον Άδωνη;
Σύμφωνα με το δόγμα ο Θεός είναι ένας, όμως στην πράξη, το ξέρουμε, η μυθολογία μας βρίσκεται σε πλήρη άνθηση. Τώρα το αν ένας αγαθοποιός Ποσειδώνας έγινε άγιος Νικόλαος ή αν ο Περσέας κατέληξε Αϊ Γιώργης, εξολοθρευτής δράκων, αυτό είναι αντικείμενο της λαογραφίας, όπως και το κατά πόσον η Παναγία διασταυρώνεται, σε κάποιο βαθύ υπόστρωμα του συλλογικού ασυνείδητου, με την Κυβέλη και τις μεγάλες Θεές-Μητέρες. Για να μην πούμε και για τον Ορφέα ή για τον Διόνυσο, που το χριστιανικό ασυνείδητο του χρωστάει τόσο πολλά. Το ερώτημα αντηχεί αλλού: είμαστε όντως πολυθεϊστές;
Δυστυχώς, αυτό πρέπει να απαντηθεί θετικά, και όχι μόνον επειδή οι εικόνες δακρύζουν κάθε που κάποιος παπάς αποφασίζει να ενθαρρύνει τη γενναιοδωρία των αφελών. Ο πολυθεϊσμός μας, όπως και των καθολικών, που είναι ως προς αυτό αρκετά πιο καπάτσοι, γίνεται διακριτός όταν τα οστά κάποιου οσίου μυροβολούν αποκλειστικά προς χάριν ηλικιωμένων κυριών, οι οποίες αγνοούν τη διαφορά ανάμεσα στην εικόνα και το εικονιζόμενο. Είναι οι ίδιες ακριβώς γριές που πέρασαν από το Δωδεκάθεο και τους κομπάρσους του, στους αγίους και τους αγγέλους, κι από κει στους ηθοποιούς της τηλεόρασης, με μια ευκολία που εκπλήσσει.
Να λοιπόν τι είδους ανάγκη θα μπορούσε να αιτιολογεί το Παράδοξο της Μεγάλης Εβδομάδας, δηλαδή μιας μοναδικής περίπτωσης μυθολογίας όπου ο Θεός πεθαίνει όχι το χειμώνα, όταν ο σπόρος θάβεται και η φύση έχει τα μαύρα της τα χάλια, αλλά την άνοιξη, όταν η φύση γεννιέται, λάμπει, αναστενάζει, ξυπνάει τα ειδύλλια από τη νάρκη. Αντίφαση, αμφιλογία, επαμφοτερισμός, χαρμολύπη, χαροποιό πένθος, πείτε το όπως θέλετε, δεν θα τσακωθούμε -σημασία έχει ότι, εδώ, ο πολιτισμός (αυτό που κάποτε ονόμαζαν «παράδοση») θέλει να διώξει τη δεισιδαιμονία, να σου πει ότι όχι, ο Θεός δεν είναι η φύση, η φύση είναι μια εικόνα της σοφίας του Θεού, αλλά όχι ο Θεός.
Το τσάι έχει τη λεπτή, πικρή, πνευματώδη γεύση του ζεν, όμως το να πίνεις τσάι, από μόνο του, δεν σημαίνει ότι φωτίζεσαι. Ο Θεός είναι ο αμνός, όμως το να καταβροχθίζεις το αρνί στη σούβλα δεν πα' να πει ότι μεταλαβαίνεις. Οι ασκητές ίσως έφευγαν για την έρημο όχι γιατί εκεί θα δοκιμαζόταν καλύτερα η αντοχή τους στον πειρασμό, όπως λένε οι θεολόγοι, αλλά επειδή η έρημος σου θυμίζει ότι ο Θεός είναι ένας. Ο μονότονος ορίζοντάς της παρουσιάζει, συνεπώς, την εικόνα μιας ιδιότητας του Θεού, όχι τον ίδιο. Αυτό είναι το Αποτέλεσμα Της Διάκρισης, που οι χριστιανοί το έφεραν από την έρημο και που, εδώ, σε τούτη τη γιορταστική φύση, την τόσο ανοιχτή στην προσωποποίηση, την τόσο θηλυκή και εκμαυλιστική, δεν ξέρουν πού να το αποθέσουν, πώς να το προβάλλουν πάνω στον κόσμο δίχως να πιάσουμε φωτιά….
Σημ.: Του Ασκαρδαμυκτί, ατενώς.

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2007

Της Μεταμορφώσεως, συνέχεια

Να, μια παραπέρα τοποθέτηση που εκκρεμούσε από το προηγούμενο θέμα μου. Την παραθέτω στην συνέχεια των μεταφυσικών, που με πιάνουν κάθε τέτοια εποχή, όπως επεσήμανε ο Ασκαρδαμυκτί σ' άλλο μου θέμα.
Θα ήθελα να δούμε και λίγο τους Αρχαίους Έλληνες. Η Θρησκεία τους ήταν μια θρησκεία που δεν συνδεόταν με την επιθυμία για αθανασία ούτε και με ένα σύνολο δογματικών αληθειών. Γι' αυτό και δεν έθετε εμπόδια στην ελεύθερη αναζήτηση της αλήθειας. Υπάρχει μήπως κάποια βαθύτερη σχέση ανάμεσα στον ελληνικό πολυθεϊσμό και στην επινόηση της δημοκρατίας; Για μένα είναι αλήθεια ότι ήταν μια πιο ανοιχτή και πιο φιλόξενη θρησκεία. Όπως είναι πιο ανοιχτή και πιο φιλόξενη μια θρησκεία στην οποία δεν υπάρχουν δόγματα, δεν υπάρχει «πιστεύω», δεν υπάρχει ιερό βιβλίο, με εξαίρεση ίσως ορισμένα πολύ μικρότερα ρεύματα, όπως οι ορφικοί, οι οποίοι είχαν βιβλία.
Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η αρχαιοελληνική θρησκεία δεν έχει την αξίωση να δώσει μιαν απάντηση στα μεγάλα προβλήματα στα οποία θέλουν ν' απαντούν οι θρησκείες: στο τι γίνεται μετά το θάνατο, στο τι είναι η αμαρτία και ποιος ευθύνεται γι' αυτήν. Οι άνθρωποι δεν πάνε στο ναό για να κατακτήσουν την αθανασία, μιαν ευτυχισμένη μεταθανάτια ζωή. Δεν υπάρχει δόγμα. Και από τη στιγμή που δεν υπάρχει θρησκευτικό δόγμα, όλος ο κόσμος μπορεί να έχει τη γνώμη του γι' αυτά τα προβλήματα. Γι' αυτό και γεννιέται η φιλοσοφία. Επειδή υπάρχει ένας χώρος που είναι χώρος ελευθερίας.
Τι είναι ο χρόνος, τι είναι το άπειρο, τι είναι το λάθος, τι είναι αυταπάτη, τι είναι η φαινομενικότητα και τι η αλήθεια;
Για όλα αυτά, για τα οποία ο δογματικός χριστιανός θέλει να προσδιορίσει μια πίστη για όλους, στην αρχαία Ελλάδα η συζήτηση παραμένει ανοιχτή. Και αφού όλος ο κόσμος μπορεί να μετέχει σ' αυτήν τη συζήτηση, προκύπτουν έτσι ο Παρμενίδης και οι σοφιστές ή ο Πλάτωνας ή ο Πυθαγόρας κ.ο.κ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει το μυθικό και το θρησκευτικό στοιχείο. Η διανοητική ζωή τρέφεται από τη συζήτηση και όχι από την πίστη σε αιώνιες αλήθειες.
Όταν επιστρέφουμε στη γένεση του μονοθεϊσμού - δηλαδή σε αυτό που θα αποκαλούσα ιουδαϊσμό, στις απαρχές της χριστιανικής μας εποχής - βλέπουμε ότι τα μεγάλα βήματα προς τα μπρος συμπίπτουν με μιαν εθνική απειλή, με μια κατάσταση απώλειας ταυτότητας, πολιτικού αναβρασμού. Στο μονοθεϊσμό βρίσκουμε τον ιδιαίτερο και αποκλειστικό δεσμό ανάμεσα σε μια προστάτιδα δύναμη και σ' έναν λαό. «Θα είσαι ο Θεός μου», «Θα είμαι ο λαός Σου». Η μετάβαση στη λατρεία τού ενός και μοναδικού Θεού πραγματοποιείται μέσα στο πλαίσιο της θεμελίωσης μιας κοινότητας. Καθώς μια κοινότητα τάσσεται αντίθετη προς την γειτονική της κοινότητα, εκδηλώνεται μια λατρεία για Θεό, ένα πάθος για Θεό, για έναν μοναδικό Θεό. Υπάρχει επομένως ένας Θεός που δίνει «εθνική» ταυτότητα, αποκλειστικός, που διεκδικεί την ιδιαιτερότητά του. Είναι, επομένως, αληθινό το ότι, στις απαρχές, η ιδέα του μοναδικού Θεού περιέχει κάτι το βίαιο.
Ο Μαξ Βέμπερ επαναλαμβάνει την θέση τού Νίτσε και λέει ότι οι Εβραίοι επινόησαν το μονοθεϊσμό εξαιτίας πολιτικών συμφορών. Αλλά όλοι οι λαοί έχουν γνωρίσει συμφορές και έχουν χαθεί ο ένας μετά τον άλλον. Ενώ, με συμφορές ή χωρίς συμφορές, ο εβραϊκός λαός είναι πάντοτε εκεί, με μια μυστηριώδη συνέχεια. Η «λατρεία» με την έννοια του βιβλικού Θεού δεν γεννήθηκε αλλού.
Έχουμε εδώ ένα μοναδικό φαινόμενο. Όλες οι θρησκείες συνδέονται με μια δομή που τη βρίσκουμε στους μύθους. Η σύγχρονη ανθρωπολογία είναι αντιχριστιανική, στο βαθμό που οι πρώτοι εθνολόγοι νόμιζαν ότι ο χριστιανισμός είναι ένας μύθος του θανάτου και της ανάστασης, όπως οι άλλοι. Ενώ οι χριστιανοί φοβούνται ότι η μελέτη των μύθων προσβάλλει την ταυτότητα του χριστιανισμού και των άλλων θρησκειών. Εγώ νομίζω, αντιθέτως, ότι χρειάζεται να εμβαθύνουμε σε αυτήν τη βαθιά ομοιότητα ανάμεσα στους πολυθεϊσμούς και στο χριστιανισμό.
Θα συγκερράνυα τις απόψεις του προλαλήσαντος, δηλαδή εμένα, η ομοιομορφία της φύσεως τείνει να γεννήσει τον μονοθεϊσμό, είτε (στον αντίποδά του) τον ανιμισμό (ζούγκλα, στέππες), στα αίτια της ελληνικής σκέψης που αναδιφά και θρησκείας που δεν διεκδικεί θα πρέπει να ταγεί στην πρώτη θέση, περισσότερο και από το κλίμα, ο χάρτης της Ελλάδος (για λόγους, τους οποίους ο προλαλήσας σίγουρα κατανοεί, ώστε να μην χρειάζεται να αναλύσω) από την άλλη πλευρά, η «οσμή» της μονοθεΐας είναι τόσο ισχυρά «πατριαρχική», ώστε να υποδηλώνει λαό και κοινωνία μονίμως συσπειρούμενους και σε συνεχή απειλή (Φτου, πάλι με συνεπαίρνει η σύνθετη γλώσσα…)
Ο μονοθεϊσμός αποκλείει την ανεκτικότητα προς τις αλλόθρησκες παραδόσεις του περιγύρου του, εγείρει την αξίωση της αποκλειστικότητας και της ανωτερότητας της δικής του πίστης και μετέρχεται πολεμικά μέσα για να επιβάλει την πεποίθηση στην ύπαρξη και δράση εντός της ιστορίας και της κοινωνίας Ενός και Μοναδικού Θεού με αποκλειστικώς αρσενικά, ανδροκρατικά και πατριαρχικά χαρακτηριστικά (Θεός Πατέρας, Πατριάρχης κλπ.), υποτιμώντας το δεύτερο φύλο και οικοδομώντας μια θρησκευτικότητα αρρενωπή, πολεμική, πατριαρχική, ανάλγητη και βίαιη.
Όπως σημειώνει η Ρετζίνα Σβαρτς, η «αρχή της μοναδικότητας» (μία γη, ένας λαός, ένα έθνος) και μάλιστα στη μονοθεϊστική σκέψη (μία θεότητα) γίνεται απαίτηση για αποκλειστική συμμαχία, η οποία απειλεί με τη βία του αποκλεισμού. Όταν αυτή η αντίληψη μεταφράζεται σε κοσμικό σχηματισμό λαών - ένα έθνος υπό την προστασία του Θεού- γίνεται περισσότερο απειλή παρά πηγή σιγουριάς». Ο μονοθεϊσμός φαίνεται να εντείνει τη βία στη θρησκεία, επειδή μετατρέπει τη θυσία σε αυτοθυσία, μεταστοιχειώνει τη ζωοθυσία σε ανθρωποθυσία και οξύνει την επιθετικότητα των πιστών εναντίον των απίστων με τη νομιμοποίηση της αποκλειστικότητας και της μοναδικότητας του θείου.
Οι τρεις μονοθεϊσμοί αναγνωρίζουν τον πατέρα του Ισαάκ ως κοινό πατριάρχη τους, γενάρχη της μονοθεϊστικής πίστης και προπάτορά τους. Δεν μένει αμφιβολία ότι η βία και η θρησκεία διασυνδέονται στενότατα κι εσώτατα. Ας σημειωθεί όμως ότι δεν ευθύνεται πρωταρχικά ή αποκλειστικά η θρησκεία για μια τέτοια οδυνηρή διασύνδεση με τη βία. Η κοινωνία είναι ο φυσικός αυτουργός της βίας, ενώ η θρησκεία παραμένει ο ηθικός συναυτουργός της. Η κοινωνία απαιτεί τον αυτοπεριορισμό και την αυτοθυσία των ορμών και των εγωιστικών απαιτήσεων του ατόμου προς όφελος της ομάδας.
Η ανεπαρκής ανταπόκριση του ανθρώπου στην κοινωνική απαίτηση για αυτοπαραίτησή του οδηγεί στη βίαιη επιβολή περιορισμών από το κοινωνικό σύνολο επάνω στο ανθρώπινο υποκείμενο δια μέσου δύο θεσμικών μηχανισμών, ενός επίγειου-οριζόντιου, που είναι το κράτος, και ενός επουράνιου-κατακόρυφου, που λέγεται θρησκεία. Δεν φαίνεται, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία η διάκριση των θρησκειών σε μονοθεϊστικές και πολυθεϊστικές, με την έννοια ότι ο μονοθεϊσμός φαντάζει βιαιότερος του πολυθεϊσμού. Και οι δύο αυτές ομαδοποιήσεις των θρησκευμάτων εδράζονται στη θυσία και κατά λογική συνέπεια τόσο ο μονοθεϊσμός όσο και ο πολυθεϊσμός ενέχονται στη βία εξίσου.
Άλλωστε, δεν έχει νόημα για τα θύματα της ιστορίας να αναρρωτιόμαστε ποιος δήμιος είναι βιαιότερος ή ποιος εκτελεστής μοιάζει ανώδυνος. Καμία θρησκεία δεν είναι αναίμακτη, όπως καμία επανάσταση δεν υπήρξε αναίμακτη, καμία εξέγερση δεν ήταν «βελούδινη» και καμία ανταρσία δεν έγινε ανώδυνα. Ας υπενθυμίσουμε την έκβαση της θυσίας του Αβραάμ και ας ευχηθούμε στο μέλλον οι μονοθεϊσμοί του Ισραήλ, της Εκκλησίας και του Ισλάμ να μιμηθούν το γενάρχη της πίστης τους. Ο Αβραάμ δεν ολοκλήρωσε την ανθρωποθυσία του μοναχογιού του, αθέτησε την υπόσχεσή του με την πρωτοβουλία του Θεού κι έτσι σώθηκε μια ψυχή, ο Ισαάκ, και γεννήθηκε μια ολότελα καινούργια πίστη, ο μονοθεϊσμός.
Μακάρι να συμβεί το ίδιο σήμερα και να επαναλαμβάνεται εσαεί στο μέλλον: η θυσία να γίνει αυτοθυσία, η πίστη να παραιτηθεί από τη βία και ο αντίποδάς της, δηλαδή ο έρωτας, να επικρατήσει ακολουθώντας την κληρονομιά του «θείου έρωτος», που αφθονεί στους μονοθεϊσμούς, δίνοντας εύχυμους καρπούς μέσα στην ιστορία. Η φιλοσοφία στην Ελλάδα, είχε ξεπεράσει τον πολυθεϊσμό (αναφέρομαι στο απόλυτο ΕΝ των Πυθαγορείων, την "ιδέα" του Αγαθού του Πλάτωνα που ταυτίζονταν με την έννοια του Θεού και όχι πολλαπλότητας Θεών). Οι ιδέες αυτές δεν γεννήθηκαν σε περιβάλλον βίας και τρομοκρατίας, αλλά ελεύθερης και δημιουργικής σκέψης.
Η φιλοσοφία και η θρησκεία στην Ελλάδα συνυπήρχαν. Η πνευματική ελευθερία είναι ο φόβος και ο τρόμος του δογματισμού που θέλει τα πράγματα οροθετημένα, περιχαρακωμένα. Έτσι όταν μιλάμε για μονοθεϊσμό, δεν αναφερόμαστε στον ελεύθερο φιλοσοφικό μονοθεϊσμό αλλά στον δογματικό θρησκευτικό μονοθεϊσμό που έχει κατορθώσει να πείσει ότι έχει κατοχυρώσει μονοπωλιακά δικαιώματα επί του Θείου. Κοντολογίς, το κόπυράιτ... Ο μονοθεϊσμός έτσι όπως περιγράφεται, επινοήθηκε από τις πολιτικές, οικονομικές και εθνικές σκοπιμότητες των Ιουδαίων και όχι χάριν αναζήτησης της Αλήθειας.
Και λόγω ... των ημερών, ο Χριστός ήταν Διδάσκαλος και δεν έφτιαξε ο ίδιος καμμία θρησκεία. Αυτή η «παράλειψη» τακτοποιήθηκε από τους επιγόνους!

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2007

ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΙΑ

Από τα πολλά που μούχεις καμωμένα
δε σε θέλω πια
τα σωθικά μου τάχεις μαυρισμένα δε σε θέλω πια
Δε μ' αρέσουν πλέον τα γινάτια
δεν ποθώ για τα γλυκά σου μάτια
παίζω και γελώ
κι άλλην αγαπώ
στο 'πα κι άλλη μια
πως δε σε θέλω πια
Μη μου μιλάς πως δε μπορείς να ζήσεις
δε σε θέλω πια
στον ίδιο τόπο αν ζήσεις κι αν δε ζήσεις
δε σε θέλω πια
Δε μ' αρέσουν πλέον τα γινάτια......
Ως τελική εντολή και πάγιο αίτημα. Ιδιαίτερα αφιερωμένο.
Αν ζούσαμε σ’άλλη εποχή
ίσως και να 'χαμε παντρευτεί
ίσως και να 'χαμε ήδη παιδιά
κουμπάρο, σπίτι, πεθερικά
Ίσως να φόραγες μπικουτί
και μία ρόμπα μισάνοιχτη
να μπαίνει ο ήλιος να βλέπω το φως
να παύει ο έρως να 'ναι τυφλός

θ' άλλαζε νόημα κι η Κυριακή
δεν θα 'ταν πια μελαγχολική
στην Κερατέα και στο Γραμματικό
στις σούβλες τα παλιά μας εγώ
Μα εγώ, το χω περάσει αυτό το στάδιο
κι είναι το σπίτι μου άδειο
βγαίνω νύχτα κοιμάμαι πρωί
κι εσύ στ' αστέρια βλέπεις μόνο ζώδια
και της καρδιάς τα επεισόδια
προτιμάς να τα δεις στην TV
Μες στα στενά της Λιμνούπολης,
της Μέτρο Γκόλντουϊν, της Φίνος Φιλμς
ο Ντόναλντ Ντακ, ο Κλαρκ Γκέιμπλ κι ο Βουτσάς
ματαίως θα περιμένουν για μας
Τα είδη προικός τα επιπλάδικα
θα διαφημίζονται άδικα
τα photo albums θα μένουν λευκά
ρύζι θα τρώμε μόνο λαπά

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2007

Της Μεταμορφώσεως, σήμερα



«Είμαι ο ερχόμενος στο άπαν μέλλον. Οποτε και να γεννηθείς στους αιώνες των αιώνων, θα είμαι έπειτα».

Οι Τρώες Τον άκουγαν μέσα απ' τα τείχη κι εθαύμαζαν. Οι Δαναοί Τον άκουγαν έξω απ' τα τείχη κι εθαύμαζαν. Κι ύστερα, έσφαξαν αλλήλους κι εσφάγησαν ανηλεώς, ώσπου να σύρουν τις γυναίκες των ηττημένων απ' τα μαλλιά οι νικητές.

Ουκ εισίν έκτοτε οι βασιλείς και οι στρατιώτες του έπους εκείνου, «αλλά εμένα με βουτάνε και με πάνε από έπος σε έπος», γκρίνιαζε ο προγραμμένος κι έγραφε γράμματα στο σπίτι πριν πέσει στο Μπιζάνι...Εμεινε άμοιρη μυροφόρα η χήρα του, 28 χρονώ, κλαίουσα τα κλέη του σαν Παναγιά ότι και μικρομάνα, μ' έναν άγγελο φύλακα να την προσέχει στο πόδι του προγραμμένου - το νυν, ξεγραμμένου...

Η χλαίνη του ρωμαίου στρατιώτη μύριζε ψείρα και ξυνισμένη αιγυπτιακή μπύρα... Στον κόρφο του κάτω απ' τον αλυσωτό του θώρακα κρεμόταν ένα φυλαχτό του Μίθρα. Πλην όμως ο θεός ήταν απών και ο ρωμαίος στρατιώτης είχε αφεθεί στην τύχη του.

Τι να ήξερε ο Καρούζος όταν έγραφε, «Και ο Ιησούς επίκειται»; Τω καιρώ εκείνω ετηρούντο αρχεία αυστηρώς. Πόσο γέννημα έβγαλαν οι αγροί, ποιο παιδί εγεννήθη, πόσες ελιές είχε η Αττική, πόσοι λεγεωνάριοι στάθμευαν στην Ιεριχώ, ποιος ήρχε του Δήμου Αντιοχείας; συνέβησαν μεταβολές στα πολιτεύματα των ελευθέρων πόλεων και των συμμάχων Δήμων; συνελέγησαν εν τάξει οι φόροι των τριών συγκλητικών επαρχιών Ασίας ή εσημειώθησαν παρατυπίες; «Δεν είμαι των αρχείων. Δεν ξέρω αν υπήρξα, αν σημειώθηκε η αρχή και το τέλος μου σε κάποια νομαρχία. Είμαι η σοφία των οκτώ αιώνων πριν από μένα. Είμαι το καλύτερο απ' όσα σκεφτήκατε. Είμαι η τελείωση όσων σκεφτήκατε. Είμαι ό,τι καλύτερο πήρα απ' όσα σκεφτήκατε. Κι είμαι, ακολούθως, οι τρεις αιώνες που χρειάστηκαν στη συνέχεια για να μου δώσετε την οριστική μου μορφή. Είμαι ο πόθος σας να γίνετε επιτέλους άνθρωποι!»

Ο πειρατής με τη μακριά κοτσίδα άκουγε και δεν μιλούσε. Εις ένδειξιν φόβου και για να εξορκίσει τα τεχνάσματα της νύχτας έκοψε την κοτσίδα του, την απίθωσε στα σκαλιά του βωμού και τυλίχθηκε στη μανδύα του ακόμα πιο σιωπηλός, να περάσει η ανοιχτή ώρα και να φύγει. Την άλλη ημέρα έφθασαν τα μαντάτα στην Εφεσο. Ο Ιουλιανός είχε νικηθεί απ' τους Πέρσες, τοξεύθηκε στ' ανοιχτά της Κτησιφώντος. Ενας μεγαλέξαντρος λιγώτερος, γέλαγαν οι Ναζαρινοί...

Οταν έρχεται, δεν συχνάζει στα ιδιαίτερα γραφεία των τραπεζών, δεν επισκέπτεται τον επίσκοπο της περιοχής - εκτός κι αν είναι καλός άνθρωπος - αποφεύγει τα ήρεμα και συνήθη. Περνάει απ' τα πορνεία, στέκεται στα νοσοκομεία και μαζεύει τα παιδιά Του τα πιο φλογισμένα, τα αιρετικά, τους βάζει νερό στο κρασί και στις ερμηνείες, τους μιλά πάλι για τη γαλήνη της άγνοιας, το μέτρο της άμετρης αγάπης κι, έστω για μια βραδιά, τα ησυχάζει... Υστερα, για ένα φιλί, ξαναβγαίνει στον σταυρό, αντάρτης.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2007




Ο αγγελιαφόρος κι ο γρίφος του…

Αν ο αγγελιαφόρος έρχεται με τη μορφή ενός φύλλου που πέφτει, μην τον αγνοήσεις. Γίνε μια κεραία και μείνε σιωπηλός για να συλλάβεις το μήνυμα. Το φύλλο αναγγέλλει έναν θάνατο που είναι κάθετος, αντίθετα απ' του ανθρώπου. Αν ο αγγελιαφόρος είναι ένα βότσαλο που έρχεται κυλώντας στην παλάμη σου ενώ κάθεσαι στην παραλία, μη βιαστείς να τον ξεφορτωθείς. Θα διαπιστώσεις ότι έχει να σου πει κάτι που δεν λέγεται, επειδή ο χαρακτήρας του λόγου ήταν και παραμένει ερμητικός. Αυτή η διαπίστωση μοιάζει με το ρίγος μπροστά στην έκρηξη της χλωρίδας. Παραδέξου ότι κάθε που εντοπίζεις έναν οιωνό ο χρόνος επιβραδύνεται και ότι τίποτα δεν συνδέεται πλέον άρρηκτα με το κόστος του. Άσε τη μυϊκή χαλάρωση για τους διαφημιστές και κοίτα η χαλάρωση ν' αρχίζει απ' την υπόφυση του εγκεφάλου, το μάτι που έδωσαν οι τρεις γριές στον Περσέα για να κοιτάξει την άμμο και το νερό και τους αστερίες.
Αν ο αγγελιαφόρος είναι το σκοτάδι, μη σπεύσεις ν' ανάψεις τα φώτα αλλά άκου τι θα σου πουν οι γάτες και η υγρασία της νύχτας. Άπαξ και το σώμα σου μετατραπεί σε ηχείο, μεταφορές και παρομοιώσεις στρατηγικής σημασίας θα αναπτυχθούν σε κάθε διασταύρωση της αντίληψής σου και πιθανόν να βρεθείς, για ένα δευτερόλεπτο, εκεί όπου ήταν ανέκαθεν το λίκνο του Homo significans, του παππού μας, θεός σχωρέσ' τον. Φρόντισε να τεμπελιάζεις, να είσαι μόνιμα εντός θέματος αλλά παράλογος στις απαιτήσεις, εν αγαθότητι. Χαιρέτα μου τον πλάτανο -κυριολεκτικά - μόλις τον δεις. Σε περίπτωση που δεν τον δεις, λυπήσου με ευγένεια, χωρίς πικρία. Ο πλάτανος σημαίνεται δια της απουσίας του
Αν ο αγγελιαφόρος είναι μια κατσαρίδα στον τοίχο, μην τον εξοντώσεις αλλά σκέψου ότι η ακινησία του ίσως αποτελεί την απάντηση στο ερώτημα του τι ζητάνε από μας οι νεκροί. Υπολόγισε ότι μπορεί να είναι ο προάγγελος της αγαλλίασης απ' τη βαθιά εμπειρία του παρόντος χρόνου, δηλαδή του αποχαιρετισμού. Μην κλείνεις τα ρουθούνια στο χαμομήλι και μην τρώγεσαι με τα ρούχα σου. Άσε την αναπνοή σου να τα βγάλει πέρα μόνη της.
Αν ο αγγελιαφόρος είναι το φεγγάρι, μη φανταστείς έναν βράχο που κινείται γύρω από το σπίτι σου αλλά φαντάσου τον εαυτό σου ολόκληρο σαν ένα βλέμμα απείρως διεισδυτικό, που η μια του άκρη έχει πιαστεί στο άγκιστρο και τρέμει. Μη χάνεις την ευκαιρία, ζήτα δανεικά και αγύριστα. Μην ανυπομονείς. Μην είσαι φερέγγυος και μη συμπεριφέρεσαι όπως ο υπνοβάτης. Μη γίνεσαι κώλος και βρακί μ' αυτούς που ανακρίνουν τα πράγματα μέχρι να ομολογήσουν. Προσπάθησε να ξεχωρίσεις τα πράγματα που κρατούν ακόμη το στόμα τους κλειστό και ορκίσου να τα υπερασπίσεις.Αν ο αγγελιαφόρος είναι το κύμα, κοίτα να τον καλωσορίσεις και μη συγκρίνεις τον αφρό με την ευκολία της απομάκρυνσης. Γίνε λαθρακουστής του Λιβυκού Πελάγους και πάψε να λατρεύεις τα αντηλιακά· μάθε να είσαι ντροπαλός. Θυμήσου ότι τα νιάτα υπήρξαν όντως κάτι ανεπανάληπτο ενώ, αντίθετα, η νεολαία είναι απλώς μια ιδεολογία. Μην κοιμάσαι όρθιος. Μην αγρυπνάς ξαπλωμένος. Μην ακολουθείς τις συμβουλές μου κατά γράμμα. Και μην πειθαρχείς όταν σου λένε να μη σπαταλάς την ώρα σου. Σπατάλα την πριν προλάβει να αποκτήσει τον έλεγχο. Ξεκίνα απ' τα 8,9 δευτερόλεπτα που χρειάζεται το φως για να φτάσει από τον ήλιο στη Γη.
Αν ο αγγελιαφόρος έρθει σαν ένα γάβγισμα που ακούγεται από μακριά, μην είσαι σίγουρος ότι πρόκειται για κάτι συνηθισμένο. Μπορεί ο σκύλος να διαισθάνεται πως η παρηγοριά είναι για κείνους που δεν ξέρουν τι θα πει συμφέρον. Ετοιμάσου λοιπόν να δεχτείς ότι η ύπαιθρος σου χρωστάει, δεν της χρωστάς. Διαφορετικά θα υποφέρεις από τη φρίκη της αποταμίευσης. Και μη φωτογραφίζεις τίποτα γιατί η φλόγα του θα σβήσει.Αν ο αγγελιαφόρος είναι μια κάμπια, ένα σκουλήκι, μην αγανακτείς. Συμφιλιώσου με τις απώλειες της ζωτικότητας δίχως να σε απασχολεί ο μηχανισμός τους. Μην αγαπάς τον πλησίον αλλά πλησίασε τον αγαπώντα. Άγγιξε τον με χιούμορ ή θυμωμένος, εφόσον πρέπει. Έχε υπ' όψιν σου ότι με τον ανάδρομο Ποσειδώνα απέναντι στον Δία αρχίζουν τα προβλήματα, και ευτυχώς! Σελήνη ευνοϊκή αλλά, στα επαγγελματικά, ελάχιστη πρόοδος. Στα αισθηματικά, μην πιστεύεις όσα πιστεύουν όλοι. Δημοκρατία και καλοσύνη δεν είναι συμβατές. Η καλοσύνη είναι αφροδισιακό· το καλύτερο. Όλα τα πλάσματα διαμηνύουν και μεσολαβούν, όλα είναι ταχυδρόμοι ή παιδιά για τα θελήματα, όλα κάτι ανακοινώνουν, όλα κάτι ευαγγελίζονται, όλα για κάτι προϊδεάζουν. Ακόμη κι αν ο αγγελιαφόρος είναι ο βλάκας που σε διδάσκει πως η ζωή αυτών των εξαιρετικών πλασμάτων συνοψίζεται σε μιαν ιδιοτροπία του μορίου του άνθρακα, μην του κλείσεις την πόρτα κατάμουτρα· ίσως αυτός να σε περιποιηθεί όταν αρρωστήσεις από μελαγχολία. Σκέψου τουλάχιστον πως η αρρώστια ισοδυναμεί με την αλήθεια μας. Διότι είναι στη φύση της αλήθειας να αρρωσταίνει.
Από κει και πέρα, τι άλλο να πω!

***


Στην εποχή μας δεν υπάρχουν αγγελιαφόροι, αλλά μόνον "πληροφοριοδόται"..
Ο Ταλθύβιος ήταν μια κάποια λύση. Οι σημερινοί απλώς αναβάλλουν την κάθε λύση...
Οι γραίες δίνουν στον Περσέα μόνον ένα από τα πολλά οδοντικά τους εμφυτεύματα και φακούς επαφής σε υπεριώδες ...
Όταν οι άγγελοι χτυπάν την πόρτα μας, εμείς νομίζουμε ότι είναι διαφημιστικά και, μπερδεμένοι, περιμένουμε αγγέλματα, που δεν θα μπορέσουμε να ακούσουμε ...
Το θαύμα κρατάει λίγο (τρεις ημέρες, κατά τας Γραφάς), και κοστολογείται πολύ ακριβά, ακόμη και για ντηλίβερυ... Δεν στέρεψαν οι πηγές, οι υποδοχείς μας έχουν στομώσει...
Οι άγγελοι (σκότους και φωτός) κοιτάνε σαστισμένοι...
Ο Θερσίτης, ο Νέστωρ, ο Αχιλλεύς...
Θεοειδής και θεοείκελος ο τρίτος...
Μελιτοκατακεχυμένος ο δεύτερος, με φωνή γλυκύτερη και από τρία Καντερέλ…
Ξεφτίδι με γλώσσα-ροδάνι, όταν επρόκειτο να βρίσει και να συκοφαντήσει, ο πρώτος...Μιλούσαν και οι τρεις στην Ιλιάδα - και ο λογος τους είχε ισχύ, την ισχύ που οι ίδιοι του έδιναν...
Τελικά, η "δήμου φάτις", η "φήμη του δήμου", ήταν αυτή, που γέννησε τη δημοκρατία - κι ο λόγος του Θερσίτου ήταν το ίδιο ηχηρός (και σημαντικός) με εκείνον του θεοειδούς Αχιλλέως και του γλυκοειδούς Νέστορος.
Oι σημερινοί νεοέλληνες, όμηροι του Ομήρου, δεν κατανοούν, εν τούτοις, πως το δικαίωμα στο λόγο είναι διεκδικήσιμο μόνον από όσους είναι διατεθειμένοι να το προασπίσουν - και ότι ο λόγος εκείνος, που στην στενωπό υπερασπιζόμεθα - είναι ο μόνος λόγος με ηχώ, ο μόνος λόγος, που αξίζει να ακούγεται λυπηρό το δικαίωμα αυτό.

Και προς επίρρωσιν των ανωτέρω, το γνωστό τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν διασκευασμένο από τον Δ. Σαββόπουλο:

Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ' ένα δεκανίκι
δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει
Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
κι ακούγονταν ευχάριστα στ' αυτί μας
γιατί έμοιαζε μ' αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας
Έστησε το κρεβάτι του πίσω απ' την αγορά
κι έλεγε καλαμπούρια στην ταβέρνα
μπαινόβγαινε κεφάτος στα κουρεία και στα λουτρά
και χάζευε τα ψάρια μες στη στέρνα
Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι βρε τι του 'ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία
Τα πόδια μου καήκανε σ' αυτή την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ' αυτιά
μα απέχουνε πολύ απ' την αλήθεια
Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και του 'παμε να φύγει μουδιασμένα
αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μη μας πει κανένα