Τρίτη, 3 Ιουλίου 2007




Ήταν φορά κι έναν καιρό πολύ δύσκολο για τους Έλληνες, ένας στρατιώτης από τα σύνορα Μεσσηνίας και Λακωνίας. Είχε γεννηθεί σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό, που τ’ όνομά του χάθηκε μέσα στους αιώνες. Το λιμάνι του όμως, σχηματισμένο όπως ήταν από πελώριους βράχους, συνεχίζει να υποδέχεται και σήμερα τα καΐκια των περαστικών ψαράδων, αλλά όχι μεγαλύτερα καράβια επειδή μέσα στην βαθυκύανη καρδιά του πρασινίζουν ύφαλοι, που υποδέχονται ροφούς μ’ ένα καμάκι στο πλευρό, σπασμένο, και εννοώ εκείνους τους ανίκητους, τους βαρύθυμους και τους μεγαλοπρεπείς.
Ο στρατιώτης είχε βρεθεί με τους συντρόφους του - όλοι μαζί καμία τρακοσαριά - σ’ ένα πέρασμα ανάμεσα σε δύο βουνά, στη Θεσσαλία. Και δεν θα έμενε ρουθούνι περσικό, αν στο τέλος, λόγω προδοσίας, δεν είχαν περικυκλωθεί. Έτσι λοιπόν σκοτώθηκαν και οι τρακόσοι πολεμώντας στην δροσερή σκιά, που έριχναν μυριάδες σαΐτες του εχθρού από τον ουρανό.
Την νύχτα ο στρατιώτης ανακάλυψε ότι το δόρυ των Περσών δεν είχε κάνει την δουλειά του και τρομοκρατήθηκε. Τόσο, που έμεινε ακίνητος όλη την άλλη μέρα στο πτωματοβριθές πεδίο, τρώγοντας κι όλα τα βέλη του ήλιου από πάνω διότι η δροσερή σκιά της προηγουμένης απουσίαζε.
Την δεύτερη νύχτα δεν άντεξε στην φοβερή οσμή και άρχισε να σέρνεται, για να πηγαίνει σιγά-σιγά. Αλλά σαν να μην έφτανε, που σερνόταν από το τραύμα, σερνόταν κι από τον αβάσταχτο φόβο ότι τώρα θα τέλειωναν τα ψέματα και θ’ ανακάλυπταν το μυστικό του. Και πάει, θα εξανεμιζόταν η τιμή του καθαρόαιμου Λακεδαιμόνιου, που μία ζωή με χίλια βάσανα διέσωζε, διότι ποιος θα πίστευε τώρα, ότι τάχα ήταν σύμπτωση που όλοι οι Σπαρτιάτες έπεσαν στην μάχη δοξασμένοι και μόνον αυτός, ο φημολογούμενος ως εν μέρει Μεσσήνιος, επέζησε. Κι όμως. Δεν τράβηξε το δόρυ από την σάρκα του, ήξερε ότι θα πέθαινε από αιμορραγία κι αυτό δεν το δεχόταν, να πάει έτσι, κατόπιν εορτής. Έκοψε όμως με το ξίφος του το ξύλινο κοντάρι ώστε να μην αναγνωρίζεται ως τραυματίας πολέμου. Γιατί πολύ δρόμο είχε μπροστά του - με την ατσάλινη ακίδα στα πλευρά του.
Ύστερα από πολλές ημέρες και ισάριθμους θανάτους κατάφερε να φτάσει σχεδόν ζωντανός στα δάση του Πηλίου. Ημιπαράφρων όπως ήταν από τις κακουχίες, πίστευε ότι κάποιο γιατρό θα εύρισκε εκεί, όπου σύμφωνα με τον μύθο είχε διδάξει ο Χείρων κάποτε αλλά οι θεραπείες του είχαν διασωθεί μέσω της παράδοσης. Κοντεύοντας να πεθάνει από την πείνα άρχισε να τρέφεται με βαλανίδια. Πάντως το νερό των πηγών ήταν χωνευτικό για να μην πούμε θαυματουργό.
Τέλος η μοναξιά του τον οδήγησε σε ψευδαισθήσεις. Παρουσιάστηκε μπροστά του ένας Κένταυρος ο οποίος άρχισε μάνι - μάνι να επιθέτει όλων των ειδών τα βότανα στο τραύμα του. Την άλλη μέρα ο πόνος είχε φύγει για τα καλά και ο γιατρός πλένοντας τάχα την πληγή έπιασε γερά το ξύλινο κολόβωμα και το τράβηξε. Δυστυχώς όμως η σιδερένια αιχμή έμεινε μέσα - αυτό κατάλαβε ο στρατιώτης, αν και ο παράξενος θεραπευτής του το αποσιώπησε.
Δύο χρόνια αργότερα στην Αθήνα, ψηλαφούσε κάτω από το δέρμα του το πολεμικό του τεκμήριο, πράγμα που του ήταν απαραίτητο διότι δεν ήταν δυνατόν να πιστέψει ότι όλα εκείνα, τα φοβερά, είχαν πράγματι συμβεί σ’ αυτόν και τώρα όχι μόνον ζούσε αλλά και τα κουβάλαγε με το σίδερο του δόρατος στο ίδιο του το σώμα, πράγμα που τον απήλλασε απ’ το να κουβαλάει στην μνήμη του, η οποία ενίοτε πονάει περισσότερο από τα σωματικά νοσήματα…
Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Η δόξα των Μηδικών Πολέμων έφερε στην Αθήνα ευημερία και στον στρατιώτη την μεγαλύτερη του αδελφή, που ήταν μια γυναίκα εξαιρετικά όμορφη. Ζούσαν μαζί έξω από την πόλη, στον Κολωνό, κι αυτός την λάτρευε αλλά και την επέκρινε μερικές φορές, διότι ήταν άνθρωπος με το θάρρος της γνώμης του. Κάποτε την αποκάλεσε “φυγόπονη”. Εκείνη παρατηρώντας ήρεμα το χέρι του, είπε ότι ήταν καιρός πια να επισκεφθεί έναν καλό γιατρό για να του αφαιρέσει επιτέλους αυτό το γαμημένο σίδερο από τα πλευρά του, επειδή ο πόνος είναι είδος ακατάλληλο για κομπολόι.
Εν τω μεταξύ ένας από τους θαυμαστές της αδελφής του είχε αποδειχθεί τρελά ερωτευμένος μαζί της. Ο στρατιώτης είχε εξ αρχής συμπαθήσει τον Θερμεσίλαο, αυτόν τον γέρο-ποιητή από την Μαγνησία, που δε νοιαζόταν καθόλου μήπως το πάθος του τον παρασύρει και γελοιοποιηθεί.
Σ’ αυτόν λοιπόν κατέφυγε μετά το τελευταίο επεισόδιο. Και του εκμυστηρεύτηκε κάτι, που ποτέ πριν δεν είχε εμπιστευθεί σε κανέναν απολύτως. Του μίλησε για τον Αναξίμανδρο. Αυτό ήταν το όνομα του μετάλλου, που είχε στα πλευρά του και όπως εξήγησε στον ποιητή, δεν ήταν κάποιο ψευδώνυμο, που ο ίδιος είχε επινοήσει. Μία νύχτα, που η αδελφή του έλειπε με φίλους της, άκουσε τον Ίωνα φιλόσοφο να του μιλάει - και πρώτα να αυτοπαρουσιάζεται δια μέσου μίας οδού, η οποία περιγράφτηκε αργότερα από τον Εμπεδοκλή ως μεταστοιχείωσις των μετάλλων. Ο Αναξίμανδρος, ο οποίος υποστήριζε την αντίθεση ως πηγή όλων των κινήσεων εις το σύμπαν, του εξήγησε ότι η μεταστοιχείωσις ήταν μία επικίνδυνη γνώση. Θα μπορούσε να παρασύρει τους αφελείς και άπληστους ανθρώπους στον εύκολο πλουτισμό δια της γνωστής παρεξήγησης της μεταστοιχειώσεως του σιδήρου εις χρυσόν. Οπότε καλόν είναι να περιοριστούμε εις τον Δημόκριτο, του οποίου η θεωρία θέτει την έννοια του μη περαιτέρω δια της λέξης ά-τομον. Με άλλα λόγια, ως εδώ και μη παρέκει. Δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ σιδήρου και χρυσού, αλλά καλά να πάθει ο Εμπεδοκλής διότι αρέσκεται να το παίζει και μάγος. Η αληθής αντίθεσις είναι μεταξύ σιδήρου και ανθρώπου. Όθεν, η μεταστοιχείωσις του σιδήρου δεν μπορεί παρά να διανοίξει την οδόν ελεύσεως του ανθρώπου.
Έτσι λοιπόν άρχισε ο στρατιώτης τις εκμυστηρεύσεις του για την έλευση του Αναξίμανδρου. Εννοείται ότι κάθε λίγο το χέρι του πήγαινε και ψηλαφούσε το τεκμήριο στα πλευρά του, πράγμα, που τον πονούσε τόσο όσο έπρεπε για να τιμωρηθεί, αφού συνεχιζόταν πάντοτε και μία μικρή αμφιβολία μέσα του γύρω από το περίφημο ζήτημα της μεταστοιχειώσεως. Αλλά ο Θερμεσίλαος, ο γέρο-ποιητής από την Μαγνησία, τον άκουγε προσεχτικά και χωρίς ίχνος δυσπιστίας στην όψη του. Η μόνη στιγμή, που μία όχι δυσερμήνευτη σύσπαση πρόδωσε το πρόσωπό του, ήταν όταν ο στρατιώτης, που συνέχιζε να εκθέτει τις διαλογικές του περιπέτειες με τον Αναξίμανδρο, ανέφερε την σύμπτωση της συχνότητας εμφανίσεων του φιλόσοφου με την συχνότητα βραδινών εξόδων της ωραίας αδελφής.
Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Ο γέρο-Θερμεσίλαος ο Μάγνης δείχνοντας τα άδεια ποτήρια είπε: “ Μας τέλειωσε το κρασί. Έρχεται τώρα αυτό το ανεπαίσθητα χρυσό στα χείλη της αυγής να διαδεχθεί το κόκκινο. Σκέπτομαι μερικές φορές ότι το χρώμα της μελαγχολίας είναι το χρυσό. Ώστε αν αληθεύει η μεταστοιχείωσις εδώ, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μία γνήσια αντίθεση ανάμεσα στην αφήγηση και στην λύπη”. Ο στρατιώτης που δεν ήταν καθόλου απερίσκεπτος απάντησε: “ Μπορούμε όμως ένα άλλο βράδυ να γεμίσουμε τα ποτήρια μας μ’ ένα εξαίσιο κόκκινο που μου έφεραν από την Μεγάλη Ελλάδα και τώρα ξέρω ότι το φυλάω για σένα”.
Μέσα στον επόμενο μήνα συναντήθηκαν άλλες δύο νύχτες αν και το κρασί της Σικελίας επαρκούσε για τρεις. Την πρώτη, ύστερα από ευγενικές προτροπές του στρατιώτη, ο Μάγνης αφηγήθηκε την ζωή του. Όταν μιλούσε για την απόσυρσή του στα δάση του Πηλίου, πριν από τους Μηδικούς Πολέμους, ανέφερε ότι είχε αποκτήσει τότε το προσωνύμιο “Κένταυρος” επειδή έγραφε μόνον έφιππος τα τραγούδια του - αν αφίππευε, έχανε την έμπνευση. Τότε ακριβώς ο στρατιώτης αποφάσισε να του εμπιστευθεί και το τελευταίο του μυστικό.
Στην επόμενη συνάντησή τους, που απεδείχθη και η τελευταία, ο γέρο-ποιητής έχασε την αυτοκυριαρχία του, προφασίστηκε ότι τον πείραξε το κρασί και βγήκε στον κήπο. Ο στρατιώτης τον είδε από το παράθυρο να σκύβει πάνω στο πηγάδι και να ρίχνει μέσα την χρυσή αλυσίδα, που φορούσε στον λαιμό του. Τον ρώτησε αργότερα τι ήταν αυτό το παράξενο αντικείμενο που κρεμόταν από την αλυσίδα. Ο Θερμεσίλαος ο Μάγνης του απάντησε ότι ήταν η κεφαλή του αγαπημένου του φιλοσόφου, του Αναξίμανδρου.

Των εκασταχού και απανταχού ανέκαθεν Μακεδονομάχων

Σημείωση: Οι αναφερόμενοι χαρακτήρες είναι, προφανώς, φανταστικοί. Όποιος θελήσει να τους συνδέσει με υπαρκτά πρόσωπα πλανάται πλάνη οικτρά. Το πολύ-πολύ ν’ αντικρίσει τον εαυτό του στους χαρακτήρες αυτούς και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

7 σχόλια:

Μαρω_Κ είπε...

Καλημέρα.
Αρχικά είχα μια απορία για το όνομα Θερμεσίλαος.
Τώρα μετά την αναγνωση του κειμένου σας εχω χιλιάδες.

Θερμεσιλαος είπε...

μαρω_κ,

περιμένετε λίγο. είπαμε, χρειάζεται βραδύτητα και πάυσεις. Θα αναφέρω σε άλλα μηνύματα τους διάφορους Θερμεσίλαους, που απαντούν σε διάφορες πηγές, ιδιαίτερα στην ύστερη αρχαιότητα και μετά, μέχρι τον Μάρκο Πόρκιο Κάτωνα (Marcus Porcius Cato). Αυτά, όσον αφορά το όνομα.
Για τις απορίες σας μετά την ανάγνωση του κειμένου, είμαι στην διάθεσή σας.
Θερμεσίλαος ο Μάγνης

doratsirka είπε...

Απλώς χαίρομαι που επιστρέψατε. Ακόμη και με πιο κρυπτικά κείμενα από παλιά.

Θερμεσιλαος είπε...

ε, όχι και κρυτπικά.. δεν είμαι ο ΝΓΠ, και θεός φυλάξοι ούτε ο Βέλτσος - μια ψυχοθεραπευτική ιστορία είναι, το άλγος πραγματεύεται..

Dawkinson είπε...

πολύ σημαντικό κείμενο με πολλαπλές αναγνώσεις. χαίρομαι που το ανήρτησες. στο έχω ξαναπεί, κατα την αποψή μου, γράφεις καταπλκτικά και εισαι εξαιρετικά δημιουργικός με τις γνώσεις σου, πράγμα αξιοθαύμαστο. έτσι νομίζω. αυτά.

Θερμεσιλαος είπε...

σας ευχαριστώ, αγαπητή μου. Με κάνετε να ερυθριώ ο φουκαράς, και, όπως σας είπα σε άλλο μπλογκ, δεν έχω περάσει την ιλαρά. Πέραν τούτου, χαίρομαι, που σας (ξανα)άρεσε. Και συμφωνώ μαζί σας, κάθε κείμενο που αποφασίσουμε να ξαναδιαβάσουμε, έχει καλύτερη γεύση, κάτι σαν το ιμαμ-μπαϊλντι, κρύο την επομένη.
Καλό σας απόγευμα.
Θερμεσίλαος ο Μάγνης
(ανέκαθεν, ουδόλως ως και ουδαμώς μαγνητίζων)

Dawkinson είπε...

;)