
ή
Ίμερος και Κλινοπάλη*
Τον "έκοψε" με το που μπήκε στου "Φιλίππου". Ξεχώριζε σαν διαμάντι ανάμεσα σε ζιργκόν, το κουτάλι της αιωρήθηκε αμήχανα ανάμεσα στην ψαρόσουπα και τα χείλη της, το άφησε τελικά να πέσει. "Τι όμορφος, ελαφροϊσκιωτος και συνεσταλμένος άντρας", σκέφτηκε, "χλωμός και πυρετώδης ως ποιητής ή βαλές, αδέξιος κι ανθρωποφοβικός...". Κρατούσε μια πελώρια σκούρα πράσινη ομπρέλα (την ίδια που, πολύ αργότερα, θα σκέπαζε και τους δυό τους στις αθηναϊκές καταιγίδες) κι οι κινήσεις του ήταν σπασμωδικές σαν μαριονέττα.
"Ο άνδρας μου, ο Π...". Ναι, έμοιαζε με τον πρώην σύζυγο της, το δίχως άλλο και πολύ μάλιστα, αλλά όχι, δεν ήταν ανάμνηση αυτό που ξύπνησε τις αισθήσεις της, ήταν προβολή του μέλλοντος στο παρόν της. Απέστρεψε το βλέμμα της κι άγγιξε το χέρι του συντρόφου της. Τα είδε τα σάπια, υπαναχώρησε σαν μιαν άλλη Πηνελόπη στη ρόκα και τον αργαλειό της, αυτή η εμμονή να "τιμά" το ταίρι της, συνειδητά μονογαμική κι, όμως, τόσο ασταθής, αρεσκόμενη στις εναλλαγές "τιμημένων", οπωσδήποτε, συντρόφων αλλά αλλεπάλληλων, ενίοτε γραμμικά, ο ένας πίσω απ' τον άλλον, και με αέναια πισωγυρίσματα. Ο διάολος, όμως, το 'σπασε το ποδάρι του, ο ξένος την κοίταξε σταθερά, ίσια στα μάτια, σχεδόν ατρόμητα προχώρησε στο μέρος της, στο τραπέζι τους και χαιρέτισε τη κολλητή της! Η βελουδένια αντρική φωνή του έφθασε από τ’ αυτιά της μέχρι τις θηλές της, κατηφόρισε στο αιδοίο της, προχώρησε στον κόλπο, ανέβηκε μέχρι τον μίσχο της μήτρας της και δόνησε τις σάλπιγγες των ωοθηκών της. Μισοπαρέλυσε τη στιγμή των συστάσεων, ταράχτηκε, κι οι δύο έχασαν ελαφρώς το χρώμα τους (αυτός χλωμός, βέβαια, μεγάλη διαφορά δεν έκανε) και μετά τίποτε.
Κάθισε στο διπλανό τραπέζι μαζί μ’ έναν sui generis τύπο, κάτι σαν κίναιδο. "Αδερφή", σχολίασε ο Μ., "καθόλου", απάντησε η κολλητή (τον ζαχάρωνε μάταια κάνα χρόνο τώρα), "πόσων ετών είναι;", ψέλλισε εκείνη, "45, 50;". "΄Οχι, πολύ μεγαλύτερος, μικροδείχνει, γύρω στα 52, χωρισμένος εδώ και έξη χρόνια, πως σου φαίνεται;". Δεν κρατήθηκε, ξεστόμισε τον μοναδικό λόγο που και θα καθησύχαζε σύντροφο και φιλενάδα, και θα όριζε έναν νοητό κύκλο γύρω από τον άγνωστο, τον κύκλο που θα τον περιφρουρούσε μέχρι εκείνη να πάρει τις αποφάσεις της, μέχρι να γίνει δικός της: «Αδερφή», αποφάνθηκε και δάγκωσε τη γλώσσα της.
*
Ξύπνησε στο πλάι του. Μόλις το προηγούμενο βράδυ είχαν ξανασμίξει μετά από έξη μήνες χώρια. Τον κοίταξε. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, το πρόσωπο του ήρεμο, αγγελικό, σχεδόν παιδικό. Το σώμα του εφηβικό, νευρώδες. Ξεκίνησε να τον λατρεύει από την κορφή του κεφαλιού του και προχωρούσε αργά και σταθερά μέχρι τα άκρα του. Ασημοκάστανα, ίσια και πλούσια μαλλιά, ευγενική κατατομή, ψηλό κι ευρύ μέτωπο, καστανά πυκνά και καλογραμμένα φρύδια, τα μάτια κλειστά με τις μακριές βλεφαρίδες να φυλάνε τον ύπνο του, η φινετσάτη μύτη ανασηκωμένη στα φαρδιά ρουθούνια, τα χείλη του, αχ, τα χείλη του, σαρκώδη και ρόδινα, το πάνω λίγο παχύτερο από το κάτω, ο λεπτοκαμωμένος λαιμός του με την ελίτσα αριστερά κάτω απ΄ το μήλο του Αδάμ, οι γραμμωμένοι ώμοι του, τα δυνατά του μπράτσα σαρκωμένα, οι κάπως κοντοί πήχεις του, κατάλοιπο κάποιου κακού γονίδιου ενός όχι και τόσο αρχοντικού προγόνου, τα μακριά και φαρδιά χέρια του. Και μετά, το στέρνο του με τ’ ασημοκάστανο χνούδι, η αισθητή υποψία στομαχιού, η ευωδιαστή ζούγκλα του εφηβαίου του, το αγαλμάτινο, νεανικό φύλο του, οι λαγόνες, οι γυμνασμένοι τετρακέφαλοι, τα ταλαιπωρημένα από το περπάτημα γόνατα, οι σταθερές, γήινες γάμπες του και τα φαρδιά πέλματα με τα κάπως κοντά δάχτυλα, άλλο ακόμα ένα κακό γονίδιο. Μόνον αυτά τα δύο. Έσκυψε να τον οσμιστεί κι εκείνος ξύπνησε. Έτοιμος από καιρό; εδώ κι έξη μήνες; ποιος ξέρει; μπήκε μέσα της και με την ασφυκτική λαβή του γύρω απ' τους ώμους της κόλλησε πάνω της. Ως ένα.
*
Μου 'ρχεται να σου σπάσω το κεφάλι! Ευτυχώς που δεν σ’ έχω μπροστά μου γιατί θα στην άναβα. Α, όχι, σήμερα δεν θα τη σκαπούλαρες τόσο φθηνά, δεν θα προλάβαινες να ξεστομίσεις τα νευρασθενικά σου και να με τσακίσεις, θα σ’ έλιωνα πριν καν αντιληφθείς το "κακό" να πλησιάζει. Θα καθόμασταν, ας πούμε, ωραία και καλά στον καναπέ σου (αυτό τον ίδιο που σου έχω κάψει, μαλακισμένο, αντί να με διεκδικήσεις - κι εκείνο το βράδυ με χρειαζόσουν, έστω λίγο ακόμα -, ψέλλισες "για τον Μ. φεύγεις..." ή κάτι τέτοιο, μαλακισμένο, με τις φοβίες σου κόντεψες να μας πάρεις στο λαιμό σου αλλά σ’ έφτιαξα εγώ, σου γύρισα παριστάνοντας τη βρεγμένη γάτα και το έχαψες και νομίζεις πως θα "περνάς καλά μαζί μου" αλλά ή θα συμμορφωθείς ή δεν τον γλιτώνεις τον εγκλεισμό), ωραία και καλά, λοιπόν, στον παλιοκαναπέ σου, που δίνεις τόση σημασία στα "ωραία πράγματα", εστέτ μη σου γαμήσω, το πιο ωραίο πράγμα στη ζωή σου ολόκληρη είμαι εγώ και ξέρεις τη μαύρη δυστυχία της απουσίας μου, την ξέρεις, δεν την ξέρεις, ρε ζώον; ΄Η, μήπως, νομίζεις πως δεν ξέρω ότι ξέρεις; Αλλά έπρεπε να τα ‘χα απαντήσει εκείνα τα γαμημένα τέσσερα τηλεφωνήματα σου, έπρεπε, για να μάθω τι σκατά θα ‘λεγες, πόσο βαθιά θα ‘σκαβες το λαγούμι για να θάψουμε την αγάπη μας. I spared you, όμως, όπως θα 'λεγε ο μισός δίγλωσσος μωραΐτικος εαυτός μου, σε λυπήθηκα και δεν το σήκωσα το ξερό μου να μας καταδικάσω. Σε φαντάζομαι, όμως, αποφασισμένο να το παίξεις by ear, η πρώτη σου ατάκα θα ήταν "τι κάνεις", ξέρεις ν’ αρχινάς τις καταδίκες μας εσύ, αλλά εγώ είμαι εκείνη που βάζω το damper γιατί, θεομαλακισμένο, δεν ξέρω πως, κατορθώνεις να με πείθεις ότι τα εννοείς όσα λες! Πάει στο διάολο αυτό, μη χάνω χρόνο με λελυμμένα...
Στον καναπέ, λοιπόν, επανέρχομαι θα σου σβούριζα μια σφαλιάρα στο φρεσκοκουρεμένο σβέρκο σου, τον ουρανό-σφοντύλι και τ' άστρα μακαρόνια θα 'βλεπες και η μόνη σου αντίδραση θα ήταν το απορημένο βλέμμα σου. ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ, μην κάνεις τον μαλάκα, την αξίζεις - για να μην πω τη δικαιούσαι - τη γερή σφαλιάρα σου, τι θα κάνω με σένα, ένα παλτουδάκι με το πέλος σου, ένα κολιέ-choker με τα δοντάκια σου, μαγειρίτσα με τα νευρωσικά εντόσθια σου, δαχτυλίδι tiger-eye με το δεξί ματάκι σου και καινούργιο ροζ αιδοίο με τα χειλάκια σου. Κάτι άλλο; Θα σκεφτώ.
Απορημένος, θα'παιρνες εκείνο το ύφος μείγμα αθωότητας κι έκπληξης, λες και δεν την περίμενες από καιρό αυτή την ουρανοκατέβατη - κεραυνός εν αιθρία - σφαλιάρα, και μπροστά σου θ’ ανοίγονταν οι δύο δρόμοι: της "αρετής" και της "κακίας". Σαδομαζόχα μου εσύ, νευρασθενικέ μου, με τι χαρά θα επέλεγες το δρόμο της κακίας, θα το άνοιγες, λοιπόν, το ροδαλό σου στοματάκι και θα την ξέρναγες τη μαλακία. Μεγαλόψυχη εγώ θα σου βάραγα ακόμα μια, δυνατότερη, μπας και συνέλθεις γιατί, αγάπη μου μοναδική και μεγάλη, κορμί, ψυχή και πνεύμα μου κατάλαβε το πια: ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΨΥΧΙΚΟ ΠΟΝΟ, ΟΥΤΕ ΕΣΥ ΟΥΤΕ ΕΓΩ. Τον σωματικό, δεν λέω, σκυλιά κι οι δύο... Πριν το βουλώσεις, λοιπόν, και σε σφίξω πνιγηρά στην αγκαλιά μου και σε σκάσω στα φιλιά, σου θυμίζω πως εγώ δεν είμαι η Χ, κυρία που γλιστράει στα σκατά της ανημποριάς σου να εκφραστείς, εγώ είμαι πολύ σκληρό καρύδι και δεν θα φεισθώ, θα σ’ την κεράσω τη σουίτα στο Δαφνί, δωμάτιο με θέα. Θα στη φουντώσω εγώ τη φλόγα του αυτοοικτιρμού σου, αυτόν τον κόμπο στο φάρυγγα σου μπροστά στην ευτυχία θα στον διογκώσω, το νευρωτικό στομαχάκι σου θα το κάνω εγώ τσατάλια αλλά, κυρίως, θα "παίξω" με το βλαμμένο μυαλουδάκι σου, θα το ταλανίσω τόσο πολύ που θ΄ αναγκαστεί να λογικευτεί. Και μετά θα δέχομαι έναντι αδρής αμοιβής ασθενείς "με το πρόβλημα σου" κι, επιτέλους, θα ‘χουμε όσα έσοδα θέλουμε για να κάνουμε ό,τι θέλουμε που, πανάθεμα μας, θα 'θελα να τα δω επιτέλους τι είναι αυτά! ΚΑι πού είσαι, δεν μου βγάζεις από το μυαλό ότι έχω πέσει θύμα μαγγανείας και γητειάς...be brave, though, and try me without your spells!
--
Σημείωση: Οι αναφερόμενοι χαρακτήρες είναι, προφανώς, φανταστικοί. Όποιος θελήσει να τους συνδέσει με υπαρκτά πρόσωπα πλανάται πλάνη οικτρά. Το πολύ-πολύ ν’ αντικρίσει τον εαυτό του στους χαρακτήρες αυτούς και ό,τι αυτό συνεπάγεται.
* Eυγενική παραχώρηση του τίτλου απο την 3 parties a day