Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Ελπήνωρ

Ελπήνωρ
Τελικά για τύχη του Ελπήνορα οι απόψεις διίστανται. Άλλοι λένε πως τον καταβρόχθησαν οι χοίροι της Κίρκης, άλλοι πάλι διατείνονται πως τελεύτησε πέφτοντας από έναν βράχο. Άρα καμιά εκδοχή δεν είναι σίγουρα μονοσήμαντη. Το βέβαιο είναι πως με τα χρόνια ο Ελπήνωρ μεταμορφώθηκε σε βιβλιοπωλείο. Ναι, σε βιβλιοπωλείο, κάπου στο Κέντρο, όπου αυτός σύχναζε τα τελευταία είκοσι χρόνια, σχεδόν κάθε Σάββατο και μερικές φορές και απογεύματα όταν, βολτάροντας τον σκύλο του, ο δρόμος τον έφερνε από κει. Με τα χρόνια είχε αποκτήσει μια κάποια οικειότητα με την ιδιοκτήτρια, καθόταν και χάζευε με τις ώρες τα βιβλία φυλλομετρώντας τα και η μυρωδιά του τον καταπράυνε.
Σάββατο ήταν κι ήταν στο βιβλιοπωλείο χαζεύοντας βιβλία. Η κόρη του τον πήρε στο κινητό κι από συνήθεια της απάντησε στα γαλλικά μονολεκτικά όταν η πεντάμορφη ατθίς μπήκε στο βιβλιοπωλείο. Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν κι ένοιωσε πως επρόκειτο να ερωτευθεί την Πεντάμορφη. Την κοίταξε κι αναρρωτήθηκε αν υπάρχει μια αθάνατη ψυχή μέσα σ’ αυτό το υπέροχο σώμα ή αν η μορφή είναι απλώς ένα ζώο ή το χρώμα των λουλουδιών. Το πρασινωπό γαλάζιο χρώμα των ματιών της, στο χρώμα του πάγου, του επιβεβαίωσε την πρώτη του σκέψη. Μέσα του, αταβιστικά, ήξερε πως κι οι δυό τους θαύμαζαν χωρίς να ξέρουν πως η στιγμή εκείνη θα άλλαζε το νόημα όλης τους της ζωής, πως αυτή θα γινόταν η πατρίδα του, πως οι στιγμές της περιπλάνησης στην έρημο είχαν περάσει. Αντάλλαξαν λίγα λόγια. Μετά από 1802 μέρες και σχεδόν ισάριθμους θανάτους - ματαιώσεις, ξεγελάσματα, προσβολές, διάσταση απόψεων, ουρλιαχτά, αμφιθυμίες και άλλα δεινά - σταμάτησαν να βλέπονται. Επώδυνα. Κι έμεινε με την θλίψη του, τον σκύλο του, άλλον πια, φέροντας ως ενθύμιο της μακράς αυτής μάχης και διάφορα ψυχοσωματικής υφής συμπτώματα, που τον οδήγησαν στην ταλαιπώρια των επεμβάσεων και μιας ελαφρής χημειοθεραπείας. Αλλά, όσο υπάρχει θάνατος υπάρχει κι ελπίδα, έτσι λέγεται. Ωστόσο αυτός έτεινε να μην το πολυπιστεύει - υπάρχουν τόσα πολλά είδη θανάτου πέραν του βιολογικού. Κι αυτός είχε ζήσει κάμποσους κι ήξερε. Το πεπρωμένο, στο οποίο πίστευε τόσο βαθειά κι ακράδαντα, του είχε παίξει ένα άσχημο αστείο.

*

Πριν από πολύ καιρό, 2121 μέρες αργότερα, δηλαδή τις προάλλες, το απόγευμα του Αγίου Νικολάου, έχοντας ανάψει ένα κεράκι για τον ανιψιό του τον Νικόλα, που σκοτώθηκε 21 ετών πριν δέκα χρόνια, κατάληξε στον Ελπήνορα. Είχε ανάγκη να διαβάσει κάτι μικρό κι εύληπτο, να αλεγράρει η ψυχή του. Ταλαντευόταν ανάμεσα στα πεζά του Τσέλαν και του Σμιτ, όταν είδε να μπαίνει μια γυναίκα, σαν οπτασία, που έμοιαζε στην Πεντάμορφη, ίδιες κινήσεις, ίδιο βλέμμα. Αντάλλαξε μια ματιά μαζί της, ένοιωσε το ενδιαφέρον της. Τρόμαξε. Δεν ήθελε άλλα κακόγουστα παιγχνίδια του πεπρωμένου. Διάλεξε αποφασιστικά το βιβλίο του Σμιτ, πλήρωσε κι έφυγε σαν κυνηγημένος. Στον δρόμο, ανατρέχοντας στο παρελθόν, βεβαιώθηκε για μιαν άλλη φορά για το κρυφό πλέγμα, που αρπάζει τον κόσμο και τα γεγονότα, που τίποτε απ’ όσα συμβαίνει δεν είναι αθώο και δίχως συνέπειες. Είμαστε προϊόν των κρυφών κανόνων που ορίζουν τυχαιότητες - από την συμμετρία του σύμπαντος ως την στιγμή που περνάει κανείς την πόρτα ενός βιβλιοπωλείου. Το ίδιο βράδυ, στην περιώνυμη πολυθρόνα βυθίστηκε στην ανάγνωση. Ήταν πια η καθημερινή του συνήθεια, στο πλαίσιο της μεγάλης αναμονής, αυτό που ο Μπόρχες ονομάζει larga espera, γνωρίζοντας, μέσα του, πως η Πεντάμορφη είχε πια πετάξει σ’ άλλες αγκαλιές.
"Ξέχνα ρε Μπίλυ τη Φανή, όσο και να το θέλεις πια, δεν πρόκειται να ξαναρθεί".

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Διαβάζοντας τις «Αναμνήσεις» του Γεωργίου Λ. Ζαρίφη

Διαβάζοντας τις «Αναμνήσεις» του Γεωργίου Λ. Ζαρίφη

Τώρα θέλω να κυνηγήσω εσάνς από λάχανο βρασμένο με κρέας και καυτερές πιπεριές για να με παραπέμψει σε ακόμη παλαιότερες μέρες...

Τότε που πλησίαζαν λαχταριστές και λασπωμένες οι «γιορτές» κι εγώ έπαιζα με τους ατμούς στα τζάμια της κουζίνας μας, ενώ το λάχανο σε συνδυασμό με άλλες μυρουδιές πότιζε αποτελεσματικά το θυμικό μας. Τούτες οι εσάνς πάντως στοιχηματίζουν πως ανακεφαλαιώνουν τη γλυκερή όσο και υπέροχη σαπίλα ενός χειμωνιάτικου δάσους, γεμάτου ξωτικά και κουνέλια που υμνούν τις γούνινες συνουσίες τους με κέφι και πονηριά.

Διεγείρεται ο εγκέφαλος πιασμένος στην παγίδα της όσφρησης κι αποζητά μονοπάτια από γνώριμες ψευδαισθήσεις, όπου λιπόσαρκα κοριτσάκια αυτοπυρπολούνται με σπίρτα και αναπτήρες του «Καρτιέ» για να τινάξουν τα νεύρα της ιδεατής Κοπεγχάγης. Και πάνω σ' ένα κλαρί χρυσοκόκκινου πλάτανου, τα πολυφορεμένα εσώρουχα να μουλιάζουν απ' την πολύπλοκη υπέροχη υγρασία του δάσους. Πέρα όμως στη φωτεινή καλύβα οι μάγισσες της Ενωμένης Ευρώπης των Μαγισσών ανακατεύουν το θρυλικό καζάνι με τη σούπα του οικονομικού μέλλοντός μας.

Και τα Χριστούγεννα να κοντοζυγώνουν μέσ' απ' το σταγονόμετρο του «Noël», ενώ ήδη τα «Νικολοβάρβαρα» γίνονται παρελθόν. Ο λαός, παλιά τουλάχιστον, συνήθιζε να λέει:

«Αγία Βαρβάρα κρεβατώνει
Άγιος Σάββας. σαβανώνει
κι Αϊ-Νικόλας παραχώνει».

Δεν έμαθα ποτέ γιατί είχαν πάρει με το άγριο τις τρεις αυτές γιορτές, που αν μη τι άλλο μας έμπαζαν με τσουχτερό -ελαφρώς παπαδιαμάντειο- κρύο στη λεωφόρο των Χριστουγέννων.

(Διακόπτω για να φτερνιστώ γιατί το εσάνς της νεαράς ατθίδος κόρης δίπλα μου με την πλαστική χημεία κάτι μου κάνει...)

Πέρα λοιπόν στην καλύβα οι μάγισσες σιγοβράζουν κάθε λογής «ψυχρολουσία» αντάμα με μανιταρόσχημους νάνους που υποδύονται τους «υπουργούς των Εξωτερικών» με την παράλογη ελπίδα να εισπράξουν κάποτε μια φέτα δόξας α λα Χάρι Πότερ. Άγνωστο πού θα βγάλει αυτή η υπερπαραγωγή της ψευδαίσθησης και στο μεταξύ ξεθυμαίνουν οι τρεις κόμποι άρωμα.

Είμαι πια αρκετά μεγάλος για να θρηνώ το τέλος των φαντασιώσεων και μάλιστα όταν γνωρίζω πως με περιμένει μια πολυθρόνα απέναντι απ' τη μεγάλη χειμωνιάτικη νύχτα. (Κάτι παντελώς διαφορετικό απ' την ερωτική αίσθηση του παλιού ωραίου τραγουδιού της Νινής Ζαχά «Κοντά στο τζάκι, αγκαλιά στην πολυθρόνα».) Σ' αυτή τη σκουροπράσινη υφασμάτινη πολυθρόνα συνήθως ξενυχτώ διαβάζοντας, όταν υπάρχει λόγος.

Τα τελευταία βράδια υπήρχε για μένα το πιο πάνω βιβλίο και σας το συνιστώ να πάτε να αγοράσετε πολυθρόνα ΚΑΙ το βιβλίο που πιστεύω ότι θα σας παρασύρει ως την ώρα που θα ακουστεί το πρώτο λεωφορείο. Στο Βόλο, στο Ζαγόρι, στα Ζαγοροχώρια, στη Πεντέλη, παντού...

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007


Αγαπάω κι αδιαφορώ
και κρατάω τον κατάλληλο χορό
το λοιπόν θα αγαπάω κι εμένα
όπως εσένα

Μην παρανοείς τα λόγια πού ‘χω πει
είν’ η πιο απλή του κόσμου συνταγή
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο στο λέω ν’ αγαπάς

Κοίτα με στα μάτια με υπομονή
διώξε του άλλου κόσμου την επιρροή
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβο στο λέω ν’ αγαπάς

Αγαπάω κι αδιαφορώ
και μαζί σου τό ‘χω μάθει και αυτό
παραδόξως ν’ αγαπάω κι εμένα
όπως εσένα

Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ
ούτε μέσα στην σκιά του θα χαθώ
μάγεψαν κι εσένανε τα ξωτικά
κάνεις πάλι κύκλους σ’ άλλη αγκαλιά

Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές
στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές
νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς
είν' πανάκριβό στο λέω ν’ αγαπάς

Αγαπάω κι αδιαφορώ
κι έχω φτιάξει ένα καινούριο εαυτό
τώρα πια με αγαπάω κι εμένα
όπως εσένα

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

Με τρομοκρατεί ένας κόσμος που χάνει την αίσθηση του χιούμορ. Ο διάβολος γελάει γιατί ο κόσμος του Θεού τού φαίνεται δίχως νόημα· οι άγγελοι γελούν από χαρά, γιατί τα πάντα στον κόσμο του Θεού έχουν νόημα.
O άνθρωπος χρησιμοποιεί την ίδια φυσιολογική εκδήλωση -το γέλιο- για να εκφράσει δύο διαφορετικές μεταφυσικές στάσεις. Ένα καπέλο φεύγει από το κεφάλι ενός άνδρα και πέφτει πάνω στο φέρετρο μέσα στο φρεσκοσκαμμένο τάφο· η κηδεία χάνει το νόημά της και το γέλιο γεννιέται.

***

Δύο εραστές τρέχουν σ' ένα λιβάδι, χέρι-χέρι, γελώντας. Το γέλιο τους δεν έχει καμία σχέση με αστεία και χιούμορ· είναι το σοβαρό γέλιο των αγγέλων που εκφράζουν τη χαρά της ύπαρξης.

Και τα δύο είδη γέλιου ανήκουν στις απολαύσεις της ζωής, αλλά όταν αυτό φτάνει στα άκρα του, σημαδεύει μια διπλή αποκάλυψη: το ενθουσιώδες γέλιο των αγγέλων-φανατικών, που είναι τόσο πεπεισμένοι για τη σημασία του κόσμου τους, ώστε είναι έτοιμοι να κρεμάσουν όποιον δεν μοιράζεται τη χαρά τους.

Και το άλλο γέλιο, που ακούγεται από την αντίθετη πλευρά, το οποίο δηλώνει ότι τα πάντα έχουν αποστερηθεί το νόημά τους, ότι ακόμη και οι κηδείες είναι γελοίες, ότι το ομαδικό σεξ είναι απλώς μια κωμική παντομίμα.

Η ανθρώπινη ζωή είναι στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο χάσματα: ο φανατισμός από τη μία πλευρά, ο απόλυτος σκεπτικισμός από την άλλη.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007

Ο χρόνος ίσως ακόμη να δουλεύει χωρίς πληθωριστικές τάσεις. Ποιος να ξέρει. Ίσως και οι μνήμες…
Ακόμα κι όταν πρωτάκουστα το «Μαουτχάουζεν», υπήρχε μια συμπαθής ευταξία στο μεσήλικα 20ο αιώνα.
Αγαπημένο μου βιβλίο «Οι λέξεις» του Σαρτρ κι όλοι θα μάθουν κατεπειγόντως συρτάκι για την κρίσιμη ώρα του μερακλώματος.
Σήμερα, που το κλάμα, απ' ό,τι λένε, βγαίνει απ' τον Παράδεισο, μοναδική ελπίδα το γέλιο της Κόλασης.
Αμήν και πότε!
Ας κλείσω όμως με υπερβατικούς, σχεδόν ερωτικούς στίχους του «Μάγνητος». (Ίσως συνοδεία μπαγλαμά με κλαβεσέν).


«Εσύ όμως είχες στόχο σου
τον πλούτο και το ήθος μου
γι' αυτό κι αφίσες τύπωσες
που έδειχναν το στήθος μου.
Κι έτρεχες και τις κόλλαγες
ατού ΦΙΞ το εργοστάσιο
να τις κοιτούν οι καρδιακοί
που πήγαιναν στο Ωνάσειο...».

Πιθανό σουξέ στην ερχόμενη…συνάντηση μας στην Θεσσαλονίκη.
Φέρτε και όργανα…

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Ανεπίδοτη επιστολή προς έναν εκκλησιαζόμενο νέο
Θα σε αποκαλώ φίλε. Γιατί ναι μεν ίσως να μας χωρίζουν πολλά (εσύ το λες) αλλά μας ενώνουν (πιστεύω) περισσότερα. Τις θέσεις μου τις επαναλαμβάνω λοιπόν και νομίζω ότι είναι ξεκάθαρες. Τουλάχιστον για μένα.
Στην πορεία όμως ίσως τα πράγματα να αλλάξουν, πάντα ψάχνω. Λοιπόν: Μελετώντας κανείς προσεκτικά τον λόγο του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, διαπιστώνει ότι αυτός προσπαθεί συστηματικά να επιβάλει μεταξύ άλλων μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη της «ελληνικότητας», στηριζόμενη εν πολλοίς σε ένα «αυτονόητο» αξίωμα: την ταύτιση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, ταύτιση που συνεπάγεται ότι μόνο μέσα από την προσκόλλησή της στην Ορθοδοξία μπορεί η σύγχρονη Ελλάδα να διατηρήσει την πολιτισμική της ταυτότητα.
Το αξίωμα αυτό έχει καθαρά ιδεολογικό χαρακτήρα, ανήκει δηλαδή σε ένα κλειστό και ενιαίο σύστημα σκέψης το οποίο έχει επικριθεί συχνά -και σίγουρα όχι άδικα- ως σκοταδιστικό, αντιορθολογιστικό (ο αρχιεπίσκοπος και το περιβάλλον του δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να διατρανώσουν την αντίθεσή τους στις φιλοσοφικές αρχές του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού) και λανθανόντως φασιστικό.
Όλες αυτές οι επικρίσεις βέβαια με μεγαλοπρέπεια απορρίπτονται από τον αρχιεπίσκοπο και τους συν αυτώ λαμπρούς διανοητές, ως προερχόμενες «έξωθεν» του ιδεολογικού τους συστήματος: Γι' αυτούς τέτοιες κατηγορίες εκπορεύονται από ανθρώπους που αδιαφορούν για την ελληνικότητα και τη διάσωση του «ελληνικού πνεύματος», που στην ουσία, εφόσον απορρίπτουν συλλήβδην την ορθόδοξη ιδεολογία, δεν είναι καν Έλληνες, αλλά «Γραικύλοι», όπως προσφυώς τους χαρακτήρισε ο κ. Χριστόδουλος. Τι γίνεται, όμως, αν εξετάσουμε την ορθόδοξη ιδεολογία «από μέσα», αποδεχόμενοι κατ' αρχήν το θεμελιακό αυτό αξίωμα; Τι γίνεται δηλαδή αν πιστέψουμε κατά γράμμα τον λόγο του αρχιεπισκόπου και αναζητήσουμε πολύ απλά ποια είναι τέλος πάντων η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση μιας πολιτισμικής ταυτότητας για την Ελλάδα τού σήμερα;
Εδώ όποιος καλόπιστα ακολουθήσει τον λόγο του Χριστόδουλου θα διαπιστώσει σύντομα ότι υπάρχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα: η Ορθοδοξία μιλάει για ελληνικό πολιτισμό αλλά δεν παράγει καθόλου η ίδια ελληνικό πολιτισμό. Και αυτή η διαπίστωση αποτελεί κόλαφο για τον κ. Χριστόδουλο και τους εμβριθείς θεωρητικούς τής νεορθοδοξίας. Ποιοι έφτιαξαν (με έργα, κι όχι με λόγια), τον ελληνικό πολιτισμό του 20ου αιώνα; Οι διανοούμενοι, που προσπάθησαν αγωνιωδώς να διαμορφώσουν το πολιτισμικό πρόσωπο της νεότερης Ελλάδας ήταν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από παγερά αδιάφοροι ως προς την Ορθοδοξία έως κατηγορηματικά αντίθετοι σ' αυτήν.
Τι σχέση με την Ορθοδοξία είχαν ο Καβάφης, ο Σικελιανός, ο Χατζιδάκις, ο Ξενάκης, ο Κουν, ο Καζαντζάκης; Τι αποκόμισαν από αυτήν ο Ταχτσής, ο Τσαρούχης, ο Κουνέλλης, ο Αξελός, ο Καστοριάδης ή ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος; Όλοι αυτοί (είναι άραγε τυχαίο;) ανήκουν στις κατηγορίες εκείνες του πληθυσμού που εξ ορισμού αποκλείονται από το εθνοσωτήριο όραμα της ελληνοχριστιανικής ακροδεξιάς: ειδωλολάτρες, μαρξιστές, Εβραίοι, κίναιδοι, καθολικοί, αιρετικοί, ανθέλληνες.
Ακόμα και όσοι χρησιμοποίησαν ποικιλοτρόπως την ορθόδοξη παράδοση στο έργο τους (Θεοδωράκης, Ελύτης, Σεφέρης, Ρίτσος), το έκαναν πάντα μετουσιώνοντάς την δημιουργικά και εντάσσοντάς την σ' ένα ευρύτερο πολιτισμικό πλέγμα του οποίου αποτελούσε ένα τμήμα μόνο (έτσι π.χ. το «έντεχνο λαϊκό τραγούδι», δημιούργημα του Θεοδωράκη, αποτελεί μια απόπειρα σύνθεσης της Βυζαντινής με τη Δυτική μουσική παράδοση).
Όχι μόνον η φανατική προσκόλληση στην Ορθοδοξία δεν αποτελεί αντίδοτο στην πρωτοφανή κρίση ταυτότητας που πλήττει την Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, αλλά αντίθετα είναι το φυσικό συμπλήρωμα αυτής της κρίσης: Σε μια χώρα όπου οι πολιτισμικοί προβληματισμοί τού μέσου πολίτη (ιδίως νεαρής ηλικίας) εκφράζονται από υψιπετή στιχουργήματα του στιλ «Εγώ δεν πάω Μέγαρο / Θα μείνω με τον παίδαρο» και συνοψίζονται στο πού θα πάει για κλάμπινγκ το βράδυ, πώς θα του κάτσει καμία Ρωσίδα γκόμενα ή καμία Ολλανδέζα στα νησιά, τι χρώμα θα έχει το 4x4 και αν θα ανανεώσει με 300 στον Παναθηναϊκό ο Καραγκούνης, είναι φυσικό το ιδεολογικό κενό που υπάρχει να καλύπτεται, με τη συνενοχή βέβαια των ιδιωτικών ΜΜΕ, από τον παθιασμένο λαϊκισμό των κηρυγμάτων του κ. Χριστόδουλου, που τραβούν τα πλήθη όπως το πυροφάνι τα ψάρια.
Η ριζοσπαστικοποίηση του λόγου των θεωρητικών της νεορθοδοξίας αποσκοπεί λοιπόν ακριβώς στο να κρύψει την ανικανότητά τους να διατυπώσουν μια ουσιαστική πολιτισμική πρόταση για την Ελλάδα τού σήμερα. Και η ανικανότητα αυτή είναι ενδογενής, οφείλεται δηλαδή στις θεμελιακές αρχές του ίδιου του ορθόδοξου ιδεολογικού συστήματος. Όπως είχε παρατηρήσει πολύ σωστά ο Καστοριάδης, η ορθόδοξη σκέψη, σε αντίθεση με την αρχαιοελληνική, είναι «ετερόνομη»: δεν αντιμετωπίζει δηλαδή την πολιτισμική παράδοση ως ένα ανοιχτό σύστημα ιδεών που αμφισβητείται, αναδιαμορφώνεται, ανανεώνεται και επανερμηνεύεται διαρκώς, αλλά σαν ένα κλειστό σύνολο ιδεολογικών αξιωμάτων, τα οποία αποτελούν απόλυτες και οριστικές αλήθειες, θέσφατα και δεν επιδέχονται ως εκ τούτου καμία μεταβολή.
Αυτό ακριβώς δηλώνει και η ίδια η λέξη «Ορθοδοξία»; Εννοείται βέβαια ότι, με τέτοιες αρχικές προδιαγραφές, «ζωντανός» πολιτισμός είναι αδύνατο να φτιαχτεί, γι' αυτό και η «ελληνορθόδοξη» κουλτούρα εκφυλίζεται, αργά αλλά σταθερά, σ' ένα ανούσιο βυζαντινό φολκλόρ τουριστικού τύπου, όταν δεν εξαντλείται σε επιθετικές φαιδρότητες. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ακόμα και σε πολιτισμικούς τομείς που έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τους ίδιους τους ορθόδοξους, εκείνοι απέτυχαν εντελώς να δημιουργήσουν νέες προτάσεις: Προξενεί εντύπωση π.χ. η παντελής απουσία θεολογικής σκέψης, έρευνας και προβληματισμού από την πλευρά της Ορθοδοξίας καθ' όλη τη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας, όταν η Δύση εμφάνιζε διαδοχικά τον Θωμά τον Ακινάτη και όλη τη σχολαστική φιλοσοφία, τους θεολόγους της Μεταρρύθμισης, τον Πασκάλ, τους θεολόγους της σχολής του Port-Royal κλπ.
Σε καθαρά πολιτισμικό επίπεδο (ας μη μιλήσουμε καν για το πολιτικό.), η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ιδεολογία που εκπροσωπεί είναι λοιπόν μια ανασχετική δύναμη, ανίκανη να προσδώσει πραγματικά ένα πολιτισμικό στίγμα στην Ελλάδα, ένα άχρηστο βάρος στην ουσία για τη χώρα μας.
Η διατήρηση από την Πολιτεία του «Ελληνοχριστιανισμού» ως κυρίαρχου ιδεολογικού σχήματος στην Ελλάδα (διατήρηση που εκφράζεται κύρια μέσα από την πεισματική άρνηση του χωρισμού Κράτους /Εκκλησίας) έχει να κάνει περισσότερο με την αποφυγή της σύγκρουσης με μια παγιωμένη εξουσία και λιγότερο με την πραγματική προσφορά της Ορθόδοξης Εκκλησίας σήμερα στην πατρίδα μας. Αλλά βέβαια αυτό δεν θα πρέπει να μας ξεγελάει: ο Ελληνισμός υπήρχε πριν από την Ορθοδοξία και θα υπάρξει και μετά από αυτήν.

ΥΓ Με την Λέξη Ορθοδοξία αναφέρομαι στην Ορθόδοξη Εκκλησία του σήμερα και τους επίσημους εκφραστές της. Όχι την Ορθοδοξία σαν φιλοσοφία ή στάση ζωής.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Τι να γράφουμε…τι να λέμε… ή… Ο σπαραγμός των προσώπων και του λόγου.

Εν όψει του άλλου. Δεν υπάρχει άλλος αλλά πάντα εν όψει του άλλου.
Σ' αυτό αποβλέπει κανείς. Σταδιακά. Τα πόδια λυγίζουν και μετά ακολουθεί το υπόλοιπο σώμα. Τα μάτια είναι ανοιχτά αλλά δεν βλέπουν. Βλέπουν αλλά δεν είναι αυτό που βλέπουν. Δεν βλέπουν αυτό που βλέπουν. Σα να τα πνίγουν τα δάκρυα. Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας αλλά και σαν τρεις ανώνυμοι άνθρωποι, άνθρωποι χωρίς όνομα να τους ονομάσεις, ο Α', ο Β' και ο Γ', τρεις άστεγοι ένα βράδυ στην πλατεία μιας πόλης, άνθρωποι και πράγματα ανακατεμένα, άνθρωποι χωρίς πράγματα, αυτοί μόνοι και οι σκιές τους, πιάνουν το λόγο ο ένας του άλλου και τον πηγαίνουν για να τον ξαναρχίσουν ενώ αυτός είναι ήδη μακριά.
Προβλέπει και εκτρέπεται από την ευθεία του, ψάχνει γι' αυτό που ξέρει, «ξέρετε πώς γίνεται», μιλά γι' αυτό που δεν ξέρει, λόγια μασημένα δάφνη, δαφνόλογα ενός μάντη που παρέκρουσε, που επιμένει πως «δεν υπάρχει άλλος», αφού «πάντα (ζούμε, γράφουμε, σιωπούμε) εν όψει του άλλου» .
Το «εν όψει» δεν είναι ο άλλος. Τον άλλον, τον «πραγματικό», ας τον ανακαλύψουν οι πολιτιστικές σπουδές. Εδώ, «εν όψει του άλλου», η αναζήτηση του αυτού. Κόλαση ο άλλος, κόλαση και το αυτό. Σαν χορός αρχαίας τραγωδίας συνοψίζουν ο Α', ο Β' και ο Γ' τι μέλλει γενέσθαι. Σε αντίθεση με το χορό της τραγωδίας, αναλαμβάνουν αυτοί να την τελειώσουν. Αιματηρά. Στη χώρα του Οιδίποδα δεν μπορείς να μιλάς γι' αυτόν σαν να ήταν ένας ακόμα, έστω και Αντι-Οιδίποδας. Ακόμα κι αν τον γεννήσεις, οφείλεις να τον σκοτώσεις. Όλα λοιπόν παίζονται. Η υπερβολή του μπαρόκ μήπως; Ναι, για να ξεφύγεις την παγίδα ενός ακόμα «κλασικού» που θα καταντούσε κιτς.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Πήρα αυτό το μήνυμα και έφριξα...

Den xreiazetai na deite to video. apla voitheiste na kikloforisei to onoma..


http://www.youtube.com/watch?v=8_avyVTv-Cw


Edw o kyprios (kamia empa8eia me ayto) foithths Panagiwths Kyriakou (Παναγιώτης Κυριάκου) pou spoudazei sth XIO sto tmhma " Mhxanikwn Oikonomias kai Dioikhshs
tou Panepisthmiou AIgaiou " vasanizei me kayto ladi ena adespoto skyli ...

Kai afta einai a) to mail tou Foititikou Syllogou sto sygekrimeno tmima b) to mail tis grammateias tou.
Nomizo oti efoson toulaxiston emmesa dysfimizei to Panepistimio, tha borousame na steiloume merika minymata zitontas na paroun thesi kai na min deixoun epieikia.
__ __.,_._
FoititikosSyllogos@fme.aegean.gr

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007

Πώς απαντούν οι επαγγελματίες, σε περίοδο αναδουλειάς, στην ερώτηση "πώς πάει η δουλειά;"



Μελετητές: Δήμοι
Φούρναρης: ψίχουλα
Μανάβης: κολοκύθια
Αγρότης: ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι
Ανθοπώλης: μαρασμός
Υφασματέμπορος: πανί με πανί
Ψαράς: ούτε λέπι
Φαρμακοποιός: με το σταγονόμετρο
Ηλεκτρολόγος: δεν βλέπω φως
Υδραυλικός: μούφα η δουλειά
Εμπορος χαλιών: Χάλια
Κομμωτής: τρίχες
Ψιλικατζής: ψιλοπράγματα
Νεκροθάφτης: ψόφια πράγματα
Ο απέναντι νεκροθάφτης: μεγάλη νέκρα
Βοθρατζής: σκατά
Τσατσά: πουτσες
Πόρνη: αραχνιάσαμε
Πρωθυπουργός: Παραλάβαμε χάος

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2007





Θεοί και θείο, ένστικτο και συνείδηση.

Στον αρχαίο κόσμο ο άνθρωπος αποδέχεται τη φυσική του θέση «μέσα στην αμετακίνητη και αδιαμφισβήτητη ιεραρχία των όντων και των πραγμάτων». Είναι εκπληκτικός ο τρόπος της κλασικής έκφρασης προς το θραυσματικό χαρακτήρα των νεότερων χρόνων. Θεοί και θείο, κόσμος και ελευθερία, ένστικτο και συνείδηση είναι οι έννοιες που με απασχολούν για να ερμηνεύσω φέρ’ ειπείν, τον «Μοσχοφόρο» της Ακρόπολης. Σκέφτομαι εδώ την πληγωμένη ματιά και το πικρό χαμόγελο των αυτοπροσωπογραφιών του γερο-Ρέμπραντ γύρω στο 1660 και το αινιγματικό μειδίαμα των Κούρων με το υγρό βλέμμα, που χτυπάει σαν ρόπαλο τη ζωή, όπως έλεγε ο Πεντζίκης.
Το αδιάφθορο, ακόμη, από κάθε «πολιτιστική» επίστρωση, ένστικτο είναι έτοιμο να διεκδικήσει την ιστορία. Αντιθέτως, στα εσωτερικά πορτρέτα του Ρέμπραντ το υποκείμενο απλώς παρατηρεί την ιστορία ν' αφήνει τα σημάδια της στο δέρμα του. Η τέλεια αντίθεση!
Πώς είναι δυνατόν να καταλάβουμε το ελληνικό μέτρο, αν δεν μετρήσουμε στην άβυσσο της αμετρίας, της βίας και της ανομίας μες στην οποία ανδρώθηκε ο αρχαϊκός ελληνισμός; Αυτό το μέτρο η Αναγέννηση το αναγνώρισε μέσα από τη "γαλήνη" και την "ομορφιά" των αγαλμάτων που ξέθαβε, σαν την έκφραση της χαράς και της αφέλειας μιας υποτιθέμενης παιδικής ηλικίας τής ανθρωπότητας.
Μήπως, όμως, σ' εκείνη την εποχή βλάσταινε η ωριμότητα, ενώ τώρα ζούμε έναν τεχνολογικά εκκωφαντικό παιδισμό; Πόσα πράγματα, αλήθεια, αγνοούμε σε σχέση με την τέχνη και την κοινωνία εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν στα ίδια αυτά χώματα που σήμερα διαχειριζόμαστε εμείς; Μήπως θα έπρεπε να (ξανά)διεκδικήσουμε μια γνώση που υπερφίαλα επι-δεικνύουμε, χωρίς ουσιαστικά να κατανοούμε;

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2007

Ζάλη.
Η ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή.
Η ζάλη του κειμένου που προφητεύει.
Λόγια του «χορού» αλλά και του Φίλωνα, που προβλέπει την τραγωδία της γέννησης. «Ζαλισμένος» ο Φίλωνας στη δίνη της προφητείας του, βλέπει τα ζαλισμένα ζώα, τους ζαλισμένους ανθρώπους, να κάνουν με μαθηματική ακρίβεια αυτά που όντως θα κάνουν. Ζαλισμένα ζώα, ζαλισμένοι άνθρωποι, όμως αυτή τους η ζαλάδα είναι που δίνει ζωή και στο νηφάλιο Φίλωνα.
Αδιέξοδο.
Ο δρόμος των ανθρώπων που γεννούν, ο δρόμος των ανθρώπων που δεν γεννούν.
Οι δεύτεροι επιζούν, είναι αλήθεια, των πρώτων, έστω και με κομμένη τη γλώσσα τους, βουβοί, έτοιμοι για το επικείμενο ραντεβού τους με αυτούς που δεν υπάρχουν πια.
Ο δρόμος των ανθρώπων που γράφουν όταν ξέρουν -ενώ ξέρουν- ότι όλα, το γραφτό και το γραπτό, έχουν ήδη γραφεί, κι όμως επιμένουν.
Ο δρόμος της δημιουργίας μέσα από τις Συμπληγάδες.
Χωρίς τη φρίκη της ζωής δεν θα υπήρχε ζωή, ούτε καν αυτός που αρνείται.
Αρνητής, αλλά και καρπός και παράσιτό της, αφού τρέφεται από τον καταραμένο καρπό της κοιλιάς της γυναίκας-μήλου της Εδέμ.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007


Στις 9 Οκτωβρίου του 1967 εκτελέστηκε ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα μαζί με όλους τους συντρόφους του. Στην Βολιβία, της Νότιας Αμερικής.
Ο ρομαντισμός του, η ανιδιοτέλειά του αλλά κύρια, ο πρόωρος θάνατός του συγκινούν βαθειά. Γίνεται πρότυπο στην γενιά της αμφισβήτησης στην Δύση, στην δεκαετία ’60 κι αργότερα στα ’70.
Μόνον που οι καιροί πια αλλάζουν. Απρόβλεπτα και με απίστευτη ταχύτητα. Τον ψυχρό πόλεμο τον έχει αντικαταστήσει μια «νέα τάξη πραγμάτων». Πάει πια το τείχος του Βερολίνου, η Σοβιετική Ένωση, οι (φρούδες) ελπίδες για έναν σοσιαλισμό, που θα μπορούσε να είναι υπαρκτός.
Τα «οργισμένα» νιάτα του ’60 και του ’70 τελικά περιορίστηκαν ν’ αλλάξουν τις ιδέες τους. Ο «άδικος» καπιταλισμός μπορεί να σου προσφέρει μια λαμπρή καριέρα, ένα μεγάλο κι άνετο σπίτι, ένα γρήγορο αυτοκίνητο, τηλεόραση, ντιβιντί και σινιέ ρούχα, αγαθά πολύ πιο δελεαστικά από το αμπέχωνο και τα τριμμένα τζην.
«Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα», έλεγαν ένας-ένας ώσπου στο τέλος δεν έμεινε πια κανένας. Η αφίσα του Τσε κατέβηκε απ’ τον τοίχο γιατί δεν ταίριαζε με το νέο ντιζάιν. Μπορεί και να φυλάχτηκε σε κάποιο συρτάρι, πιο συχνά όμως χάθηκε σε μια από τις αλλεπάλληλες μετακομίσεις. Οι τοίχοι στα μοντέρνα σπίτια είναι λευκοί. Σαν το μηδέν και το άπειρο. Δεν κρεμούν πια σ’ αυτούς όνειρα και ιδεολογίες αλλά την ευτελή απομόνωση μιας εύκολης κι ανώδυνης ζωής. Δεν είναι άσχημα - όλα καλά..

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007



Δρόμοι, που μεγάλωσα μαζί σας και τα όνειρα στις πέτρες σας τα έκρυψα
Δρόμοι που ματώθηκα με φίλους και σε μια αγκαλιά σας μέσα μόνος έκλαψα
χαμένοι δρόμοι όσο κι αν έψαξα να βρω κάτι παλιό κάτι να μου θυμίζουνε
Χαμένοι δρόμοι πόσα θλιμμένα μυστικά, πόσες ζωές, πόσα τραγούδια ψιθυρίζουν
Όλα μου λείπουνε κι οι μυρωδιές απ' τα παράθυρα τα ανοιγμένα
όλα μου λείπουνε τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα τα ανθισμένα
τα ροζ φουστάνια κι οι κορδέλες στα μαλλιά
και το ραδιόφωνο να παίζει τις Κυριακές τα λαϊκά
Όλα μου λείπουνε κι οι μυρωδιές απ' τα παράθυρα τα ανοιγμένα
όλα μου λείπουνε τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα τα ανθισμένα
τα ροζ φουστάνια κι οι κορδέλες στα μαλλιά
και το ραδιόφωνο να παίζει τις Κυριακές τα λαϊκά
Μόνος μέσα στο σύννεφο το γκρι ψάχνω τη παιδική αυλή μα δε τη βρίσκω
Μόνος με μια σημαία ελληνική την εθνική μας τη γιορτή γιορτάζω σε μια disco
Μόνος βλέπω αεροπλάνα να περνούν και κάποιους να χειροκροτούν μα ο ουρανός βουρκώνει
Μόνος κι έτσι όπως φτάσαμε ως εδώ φοβάμαι αύριο τί θα δω στου κόσμου την οθόνη
Όλα μου λείπουνε κι οι μυρωδιές απ' τα παράθυρα τα ανοιγμένα
όλα μου λείπουνε τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα τα ανθισμένα
τα ροζ φουστάνια κι οι κορδέλες στα μαλλιά
και το ραδιόφωνο να παίζει τις Κυριακές τα λαϊκά
Όλα μου λείπουνε κι οι μυρωδιές απ' τα παράθυρα τα ανοιγμένα
όλα μου λείπουνε τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα τα ανθισμένα
τα ροζ φουστάνια κι οι κορδέλες στα μαλλιά
και το ραδιόφωνο να παίζει τις Κυριακές τα λαϊκά

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007


Ετελεύτησεν την 19ην Σεπτεμβρίου και περί ώραν τρεις και τριάντα, απογευματινήν

Θα έρχεται πια πολύ σπάνια, μερικές φορές σκέφτομαι ότι μπορεί να χάθηκε οριστικά, να χώθηκε κι η σκιά του ακόμη στο χώμα, μαζί με το κορμί του, έπειτα θα εμφανίζεται και πάλι, απροειδοποίητα πάντα, θα κάνει ένα αδιόρατο νόημα να κλείσω τα φώτα - για κάποιο μυστήριο λόγο οι νεκροί δεν τα πάνε καλά με το φως, ίσως γι' αυτό και τούτος θα έρχεται πάντα νύχτα, μπορεί πάλι να θέλει την αποκλειστικότητα του νου και της ματιάς μου.
Θα ανάβει τσιγάρο, πάντα απορούσα πώς ένας άνθρωπος με κατεστραμμένα πνευμόνια θέλει να καπνίζει, τώρα δεν έχει τέτοιες έννοιες, θα μένουμε για λίγο σε τούτη τη συντροφική σιωπή - είναι τόσο λίγοι αυτοί που μπορούν να επικοινωνούν ακόμη και χωρίς αυτό το πέρα-δώθε των λέξεων.
Θα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το ξεχασμένο, εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, παρατσούκλι μου, το όνομά μου αγνοείται, ανήκει στους καινούργιους. «Ασπρίζουν τα μαλλιά σου, το ξέρεις;», το ξέρω…, το ξέρω. «Είναι από το πολύ δόσιμο και τα λίγα φιλιά»,λέει. «Όχι , όχι, τα χρόνια μόνο», αποκρίνομαι εγώ και κρύβομαι.
Τι να πεις σε κάποιον που δεν ανήκει στη ζωή, ούτε οι Εκλογές, ούτε το Ασφαλιστικό του λένε τίποτα, χαμογελά, «πες μου κανένα παραμύθι, πες μου για τις περιπέτειες των λέξεων ή για την θάλασσα όταν σε τυλίγει, πες μου πάλι πώς οι νεραϊδοπαρμένες σμίγουν με το φεγγάρι ή πώς τα μωρά μιλούν με τα λουλούδια».
Αχ, δεν μπορώ, οι λέξεις που θες κολλούν, πρώτα στο μυαλό μου και μετά στο λαιμό μου, βαριές και άυλες, κι εγώ πονάω, πονάω τόσο πολύ που μπορώ να κλείσω τον πόνο στη χούφτα μου και να σ’ τον δείξω, να δεις το σχήμα και το χρώμα του, «γιατί; γιατί;», να, αυτά γίνονται άμα ακρωτηριάζουν ένα κομμάτι σου, αναισθητικό δεν έχουν βρει και δεν τους νοιάζει. Το θρόισμα ακούγεται ξανά, η ώρα της αναχώρησης, «Θυμήσου τα λιόδεντρα στην Άφησσο, τις σιωπές μας και αγκάλιασε την μνήμη».

Αντίο, φίλε μου, Τ..

Αφιερωμένο στον τελευταίο παιδικό μου φίλο, που έφυγε κι αυτός, όπως κι ο άλλος κι ο άλλος, νωρίς… Χθες…

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2007


Το σημερινό φλερτ ....Η κουλτούρα του αντίχειρα. Το σημερινό φλερτ η .. (μάλλον το φλερτ όπως το ξέραμε ξεχάστε το…) Η κουλτούρα του αντίχειρα.
Κινδυνεύει η γλώσσα μας από τα «greeklish», είναι η τεχνολογία ο μακελάρης του ελληνικού αλφαβήτου, που επιβάλλει αλαμπουρνέζικους αγγλισμούς, τσεκουρώνοντας προθέσεις, καταλήξεις και σημεία στίξης;
'Η απλώς η γλώσσα αλλάζει, δίχως να κοιτά τη δική μας μελαγχολία ή έστω τις ευαισθησίες μας και την εμμονή στους πατροπαράδοτους κανόνες; Αυτό που φαίνεται πάντως διά γυμνού οφθαλμού είναι η ακατανόητη εμμονή των Ελληνοπαίδων με τα κινητά τους και κυρίως αυτή η μανιασμένη κίνηση του αντίχειρα, που πατάει τα πλήκτρα με επιδεξιότητα και γρηγοράδα, διαγράφοντας μυστηριώδεις περιστροφές περί τον άξονά του, συντάσσοντας εικονικά ραβασάκια. Τους πετυχαίνεις παντού, σε στάσεις, τρόλεϊ και μετρό, στο δρόμο, σε καφετέριες ή ακόμα και στο χώρο διδασκαλίας, νεαροί κύριοι και δεσποινίδες να κοιτάνε με αγωνία το κινητό, όπως η μάγισσα την κρυστάλλινη σφαίρα, απορροφημένοι σε μια μουγκή, γραπτή αλλά άμεση, επικοινωνία. Και ενώ το φαινόμενο της εφηβικής χρήσης κινητού μόλις πρόσφατα πήρε διαστάσεις στο εξωτερικό, στην Ελλάδα έχουμε αγκαλιάσει από καιρό την καινοτομία: Ανεκδοτάκια, πλακίτσες, ραντεβού, ακόμα και ερωτικές εξομολογήσεις, ντροπαλό ή ξεδιάντροπο φλερτ, όλα περνάνε από την οθόνη των συσκευών.
Από την άλλη, οι γονείς εφήβων ανησυχούν, καθώς «κινητό = ραντεβού = μπλεξίματα = λιγότερο διάβασμα», ενώ αντίστοιχα οι δάσκαλοι παραπονούνται ότι η γλώσσα κακοπαθαίνει με τις συντομογραφίες και την αργκό του γραπτού κινητού λόγου.
Ακρώνυμα όπως cul (see you later), gr8 (great) και f2t (free to talk) αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ αγγλόφωνων και μη μηνυματάκηδων, σύμφωνα με τη βουβή ντεσπεράντο που από καιρό γνωρίζουν οι μύστες της διαδικτυακής «κουβεντούλας». Μια νέα γενιά ξέγνοιαστων μηνυματάκηδων μεγαλώνει υπό το φάσμα της «μεγαλύτερης επανάστασης στην αλληλογραφία μετά το γραμματόσημο» (όπως αποκαλούν οι αισιόδοξοι το SMS), και αν κάποιοι ανησυχούν για τον «απεμπλουτισμένο» λόγο του μηνύματος, ας ανακουφιστούν τουλάχιστον με μια ιατρική άποψη: Τα γραπτά μηνύματα θεωρούνται ασφαλέστερα από τις προφορικές κλήσεις, καθώς το κινητό δεν ακουμπά στο κεφάλι, άρα ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος ακτινοβολίας.
Και όσο για τη «σωτηρία της γλώσσας», ας μην απελπιζόμαστε. Ίσως το «λακωνίζειν» του SMS να δημιουργήσει τα χάι-κου της νέας εποχής.
ΥΓ. Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι πάψαμε να κοιταζόμαστε στα μάτια … να φλερτάρουμε
YG. Ke eseis anoiti aynanistes... as stelnete ta epithetika minimata sas ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ... RE GAMOTO…

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007


Τώρα που ο κουρνιαχτός κατακάθισε…

Τώρα που οι κουρασμένοι χορευτές γύρισαν στην σκληρή πίστα της καθημερινότητάς τους για να χορέψουν τους δικούς τους ομαδικούς χορούς της παράδοσής μας, του βουκολικού μας του Ζαλόγγου μιμητές… Τώρα που τα αμείλικτα ερωτήματα θα αρχίσουν να φυτρώνουν, εκεί που κανείς από τους διονυσιασμένους καρναβαλιστές της πολιτικής δεν διανοήθηκε ποτέ να σπείρει… Τώρα που το «ξέσπασμα», υποκατάστατο της μηδαμινής έστω πολιτικής ανάλυσης, οδηγήθηκε στην υποτέλεια της αναμονής των μαγικών λύσεων…
Τώρα λοιπόν, ήγγικεν η ώρα της αδίστακτης πραγματικότητας να πάρει την πανηγυρική της ρεβάνς, να βγει στους δρόμους τους έρημους και να περιγελάσει, να χλευάσει τους αδυσώπητα αισιόδοξους…
Τι καλά, που με περισσή καλοσύνη και δημαγωγική ευμάρεια, θα λυθεί το πρόβλημα της διαπλοκής… Τι καλά, που η πολιτική εξυψώθηκε στην χορεία των λύσεων από τους αγαθούς ανθρώπους… Τι καλά, που η ανάλυση περί των συνθηκών που μας οδήγησαν στην λάσπη, περιορίζεται σε ευχολόγια και λύσεις που σαν από μηχανής θεοί θα δώσουν, οι άσπιλοι κι αμόλυντοι, κραδαίνοντας τις άχραντες ρομφαίες τους… Τι καλά, που τόσοι δύστυχοι κοινωνιολόγοι τσάμπα φάγανε τα νιάτα τους στην βιοπάλη, προσπαθώντας οι δόλιοι να βρούνε τα «γιατί»…
Ναι λοιπόν! Οι Έλληνες δώσανε πάλι την λύση, με την αρχαϊκή τους σοφία σαν οδηγό και φάρο τηλαυγή… Η απάντηση φάνταζε δύσκολη και τελικά ήταν τόσο περιπαικτικά απλή: «Οι γεματούληδες είναι από παράδοση καλοσυνάτοι, και τούτο είναι το υπέρτατο εχέγγυο για τις λύσεις τις κομψές, τις ντελικάτες»
Λάβετε θέσεις και αν μπορέσετε να αποστασιοποιηθείτε θα δείτε την ίδια κωμωδία την γνωστή, με μερικούς νέους όμως τούτη τη φορά πρωταγωνιστές. Ένας ανανεωμένος νέος θίασος, βρήκε την κερκόπορτα ανοιχτή και μπούκαρε πλησίστιος στην μικρή μας πόλη.
Οι εκλογές αυτές θα μείνουν στην ιστορία, σαν η επιτομή της αποπολιτικοποίησης. Θα είμαστε παρόντες και σε τούτο το νέο το γλέντι θεατές, πλην όμως όχι υποχρεωτικά και χειροκροτητές.
«Η ζωή εν τέλει, είναι μια τραγωδία, μα σαν πάρεις το χαμπάρι τούτο έχει αδυσώπητη πλάκα», είπε κάποια σοφή γιαγιά, σε κάποιο ορεινό χωριό, κάποια χειμωνιάτικη νυχτιά κι ύστερα πέθανε γελώντας τρανταχτά.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007


Με λένε ΤΡΕΛΟ

Ένας τυπικός πρόεδρος, μιας τυπικής πολιτικής νεολαίας, θα εξηγούσε με τον τυπικότερο δυνατό τρόπο ότι οι πολιτικές νεολαίες είναι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρήσιμες στο πολιτικό γίγνεσθαι είτε γιατί ο φιλελευθερισμός θριάμβευσε είτε γιατί ο λαός ζητεί επιτακτικά εκσυγχρονισμό είτε γιατί το βάθος του ορίζοντα χαράζει κόκκινο. Βρε ουστ!
Δεν θα έλεγε ότι η νεολαιίστικη κομματική ταυτότητα των μεγάλων κομμάτων έχει την ίδια χρησιμότητα με τα χαρτάκια προτεραιότητας στις τράπεζες: Όλοι στη σειρά να πάρετε λεφτά! Ελάτε να σας βολέψουμε! (Καθώς θα περιμένετε στη σειρά κάντε και μια αφισοκόλληση...)
Θέλεις να γίνεις δημόσιος υπάλληλος, φέρελπις κομματάρχης, αυριανός κομισάριος σε σοβιέτ; Βρε ξαναούστ! Φτωχοί και αδύναμοι αρλεκίνοι του μοντερνισμού, που εξισώνετε την πολιτική δράση με το ποντάρισμα στο χρηματιστήριο, να ξέρετε ότι δεν υπάρχει πολιτική νεολαία χωρίς τη νεολαία, χωρίς νιότη στις ιδέες, χωρίς ένα ζωνάρι πάντα λυμένο για καβγά. Μικροί ευνούχοι στην υπηρεσία των μανδαρίνων, πώς μπορείτε να μένετε ευνούχοι; Και με ποιο δικαίωμα στερείτε από την κοινωνία το μέλλον της; Θλιβεροί λωτοφάγοι σας ξέρουμε καλά, γιατί σας είδαμε μια μέρα στον καθρέφτη μας, γιατί οι αρίδες σας είναι οι αρίδες μας πάνω στους καναπέδες μας. Και σπάσαμε τους καθρέφτες μας και κάψαμε τους καναπέδες μας... Υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει ότι «νέος» σημαίνει «αντάρτης»; Υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει ότι η πρώτη ανταρσία είναι ενάντια στον εαυτό μας; Υπάρχει κάποιος που να ακούει ερπύστριες και τρέχει καταπάνω τους;
Οι νεολαίες έχουν νόημα όταν κάνουν αντάρτικο. Μέσα στους θεσμούς, για τους θεσμούς. Με σημαία την αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Πόσα κόμματα σάς λένε την αλήθεια; Πόσοι πολιτικοί έχουν για ιδεολογία τη δικαιοσύνη; Τι τους ανέχεστε, μωρέ; Τι τους ψηφίζετε; Τι τους αφήνετε να σας μαντρώνουν;

Με λένε ΤΡΕΛΟ… και δεν μου αρέσει το κουτόχορτο.
Σε λένε Ελλάδα και μου αρέσει να σε κοιτώ στα μάτια.
Δεν θέλω να γίνω πολιτικός. Θέλω να κάνω πολιτική. Και είναι, κοιτώντας σε στα μάτια, που το κατάλαβα.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007


"Κίτρινα Φύλλα"*

(revisited)

«Οίη όπερ φύλλων γενεή, Οίη δε και ανδρών» Τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, τις ίδιες σκέψεις, ο 'Όμηρος. Πόσα φθινόπωρα ακόμα; Είκοσι; τριάντα; Τι άγρια ρωσική ρουλέτα!
Ωστόσο, πρέπει να κοιτάω το κίτρινο φύλλο. Χρησιμεύει σαν μέτρο. Υποδεικνύει την σωστή κλίμακα... Ο αρχαίος άρχοντας που έβαζε τον σκλάβο να του φωνάζει: «θυμήσου ρε πως είσαι θνητός» ήταν άνθρωπος σοφός...
Θυμήσου.
Και μετά σκέψου την επικαιρότητα, τα θέματα της πρώτης σελίδας..
Ξαφνικά, όλα θα υποχωρήσουν και θα χαθούν στο βάθος, ενώ στο πρώτο πλάνο θα έρχονται τα λίγα ταπεινά που αγαπάς.
Αυτό είναι η αλήθεια...
Και μετά θα νιώσεις τι αξίζει, τι σε κρατάει ζωντανό. Θα νιώσεις την αφή, την θαλπωρή, το πάθος. Και ζεις διπλά.
Ο κάθε χρόνος, είναι μικρογραφία ζωής. Αρχίζει με τις ημέρες να μεγαλώνουν και τελειώνει στην έκλειψη του φωτός. Το φθινόπωρο είναι η τελευταία δύναμη της ζωής. Ποτέ οι χυμοί δεν είναι τόσο πυκνοί όσο τις μέρες των κίτρινων φύλλων. Η φθορά βέβαια θα κερδίσει, αλλά ωραίος ο χρυσός της δύσης!
Σκέφτεστε πως είμαι μελαγχολικός; Όχι βέβαια. Απλά αγαπώ πλέον την (μαχόμενη) μελαγχολία μου. Μπορεί να μην είναι ευχάριστη, είναι όμως έντιμη. Δεν κοροϊδεύω κανένα, ούτε καν τον εαυτό μου. Σίγουρα, δεν την συνιστώ σε όλους... Δεν αντέχεται εύκολα... «Ο άνθρωπος δεν σηκώνει πολλή πραγματικότητα», γράφει ο 'Ελιοτ. Αλλά την λίγη που αντικρίζει, οφείλει να την σέβεται.
ΖΟΥΜΕ σε μιαν εποχή που παράγει, συσκευάζει, εμπορεύεται το ψέμα. Ζηλεύω τους παραγωγούς ψεύδους, αυτοί τουλάχιστον γνωρίζουν τι πουλάνε. Εμείς; Η αλήθεια έχει πολλά πρίσματα. Συνεχώς διασπάται. Οι πληροφορίες είναι άπειρες. Ο έντιμος δεν ξέρει καν αν ξέρει... Και να ήθελα δεν θα μπορούσα να διαφωτίσω κανένα για τα μεγάλα θέματα, τα πρωτοσέλιδα. Γνωρίζω πολλές εκδοχές για το καθένα, - αλλά όχι την Μία.
Κάποτε την αλήθεια την ξεστομίζανε οι τρελοί του χωριού. Μα τώρα κι αυτοί εγκλωβίστηκαν. Ούτε η αλήθεια της τρέλας δεν έχει πέραση... Γι’ αυτό, με αηδία και απόγνωση, ξεφεύγω από τα επίκαιρα θέματα. (Καλύτερα: «επίκαιρα ψέματα»).
Επιστρέφω στις ανεπίκαιρες αλήθειες. Αυτές ισχύουν. 'Όπως το κίτρινο φύλλο. Δηλώνει μοίρα πανάρχαια, νόμο σιδερένιο. Θα παρέλθουμε, όλοι, «οίοι φύλλων γενεί» Τρομοκράτες, γραφειοκράτες, όλοι φεύγουμε..
(Μακάριοι όσοι ελπίζουν σε μελλοντικές ζωές και παραδείσους! Πάντως, αν μπορούσα να πιστέψω, θα διάλεγα το όραμα του Μωάμεθ - ουρί και πιλάφια με θέλγουν περισσότερο από ασώματες ψαλμωδίες.)
ΑΣ ΜΗΝ ΑΚΟΝΙΖΟΥΝ τα μολύβια «οι τα φαιά φορούντες». Δεν είμαι άπιστος - μόνο δύσπιστος. Εικάζω. Ψάχνω. Ρωτάω.
Όμως το φύλλο παραμένει πραγματικό και αμείλικτο. Μαραίνεται αλλά θυμάται την άνοιξη. Πεθαίνει αλλά περιμένει την άνοιξη. Κι ας μην το αφορά πια. Θα είναι εκεί άλλα φύλλα, πράσινα, νέα. Κάτι θα ΄χει συμβάλλει κι αυτό στην παρουσία τους. Έστω και μόνο σαν λίπασμα; Παρελθούσα, ή μέλλουσα ζωή;
ΤΑ ΞΕΡΑ ΦΥΛΛΑ. Ποιητές, χρονογράφοι, τραγουδοποιοί - χρόνια τώρα. Σε σημείο να μην τολμάς να πλησιάσεις το θέμα. Κοινότοπο. Ε! κι έπειτα; Όλα τα μεγάλα θέματα είναι κοινότοπα (Αλλά πρωτότυπος ο εκάστοτε άνθρωπος). Κάθε φορά το κίτρινο φύλλο είναι είδηση. Είναι νέο. Όπως κάθε γενεά που το αντιμετωπίζει. Όπως κάθε φθινόπωρο. Όλα ξανάρχονται αλλά τίποτα δεν είναι ίδιο.
Από τα καινούργια συναισθήματα και τα παλαιά κείμενα γεννήθηκε κι αυτό που έγραψα. Κι ίσως κάποτε (μεγάλη τιμή) χρησιμέψει κι αυτό για λίπασμα...
Στο κάθε πράσινο φύλλο ζούνε όλα τα κίτρινα που λησμονήσαμε...

* Επειδή, θαυμάζω το καρώ του έρωτα, αναρτώ αυτό από το παλιό, μαγαρισμένο μπλογκ μου

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2007



ΠΕΡΙ ΓΡΑΦΗΣ

Μου αρέσει να λέω στους ανθρώπους ότι έχω καρδιά μικρού παιδιού. Κι ύστερα να τους πληροφορώ ότι βρίσκεται σ' ένα βαζάκι πάνω στο γραφείο μου.

Δεν έχω καμία πρόθεση να ανακυκλώνω το υλικό μου. Αλλά η γραφή είναι δυναμωτικό· η έλλειψή της με καταβάλλει περισσότερο απ' όσο φανταζόμουν.

ΥΓ. Δεν είναι τυχαίο που αυτοχαρακτηρίστηκε κάποτε ένα, αντίστοιχο με τα δικά μου, γραφτό ως «το λογοτεχνικό ανάλογο ενός "Big Mac" με τηγανητές πατάτες». Νόστιμο και χορταστικό, πάντοτε όμως κατώτερης ποιότητας.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2007




ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ


Ο 12χρονος που ήταν στους 50, που εκτελέστηκαν στον τοίχο της Καισαριανής, ήταν κοντού αναστήματος· δεν τον «σημάδευαν» οι σφαίρες του πολυβόλου (οι δολοφόνοι δεν το είχαν ρυθμίσει και για μικρά παιδιά). Όμως «το παιδί» κατάλαβε. Και την ώρα του πολυβολισμού της εκτελέσεως ο Γιώργος Τοπολίνος, στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944, στον τοίχο της Καισαριανής, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του, για να είναι ισοϋψής με τους άλλους!
Να το επαναλάβω: Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του.


Πώς, μετά, να μιλήσεις για ύψη και αναστήματα, για ελληνικότητα και νεωτερικότητα; Για τις επικείμενες εκλογές;

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2007


Προεκλογικές υποσχέσεις σε Δ.Υ., περί φόρτου εργασίας

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2007


Ρε μπαγάσα, περνάς καλά εκεί πάνω


«Ρε μπαγάσα, περνάς καλά εκεί πάνω!», έγραφε ο Νικόλας πριν πολλά χρόνια, πριν φύγει από την οδό Καλλιδρομίου και την ζωή.
Μπαγασάκο... Τη μια, μεγάλα κύματα - μικρά καράβια· την άλλη μικρά καράβια - μεγάλα κύματα· έτσι είναι οι ημέρες, σε πάει και σε φέρνει ο καιρός, έτσι και σήμερα στην Αθήνα.
Λέω σήμερα να μείνουμε στο ωραίον της Πόλης - και να σας περιγράψω το «σκοτεινό ανατρίχιασμα» της απόλαυσης που ένοιωσα ακούγοντας πρωί-πρωί τον θρήνο του αργυραμοιβού γείτονά μου! «Έφαγα δέκα χρόνια απ' τη ζωή μου να μετράω λεφτά... Έφαγα δέκα χρόνια απ' τη ζωή μου να μου μετράνε λεφτά... Έφαγα δέκα χρόνια απ' τη ζωή μου να με μετράνε με λεφτά... Θα εκμετρήσω τον βίον μέσα σ' αμέτρητα λεφτά!» Είπε ο μπαγάσας κι έφυγε προς άγραν κι άλλων χρημάτων.
Άκουσα ο ευτυχής κι έφυγα προς άγραν κι άλλων ωραίων! Καθ' ότι, τι άλλο θα ήθελε η ψυχή μου από έναν τέτοιον θρήνο ν' ακούσει, ώστε να ευφρανθεί το μέσα της και να θελήσει ακόμα περισσότερα ωραία να αγρεύσει για να θρέψει το άγριο κέφι της;!
Ξέρετε, κάθε μέρα οι γιάπηδες μάς προτείνουν να ζήσουμε την ψευτοζωή τους - το πολύ να καταλήξουμε με τον θρήνο του αργυραμοιβού, αλλά ως τότε θα έχουμε ζήσει, λένε, ωραία! με το λαμέ μας τσόκαρο να επιπλέει σαν καρπουζόφλουδα στην πισίνα - πετυχημένοι, ρεαλιστές, ποιητικοί μόνον κατ' ιδίαν και υπό το κράτος των αναμνήσεων, κατά τα άλλα φονιάδες.
Α, μπα! δεν το βλέπω... Όχι όσον τα γράμματα εξακολουθούν να γράφονται, οι λέξεις να λέγονται, οι συνωμότες τού γιατί των πραγμάτων να ψάχνουν. Στο κάτω-κάτω αυτοί είναι που τυγχάνουν, κατά στιγμάς έστω, ευτυχείς!
Το λέω, κι ας ντρέπομαι, που σε τέτοιους χυδαίους καιρούς προσπαθώ να δικαιολογήσω τους ωραίους γιατί είναι ωραίοι!
Περνώ όσο το δυνατόν καλύτερα. Θα μπορούσα να περάσω ακόμη καλύτερα αν είχα ακόμη περισσότερα χρήματα. Όσο περισσότερα έχει κάποιος τόσο καλύτερα μπορεί να περάσει. Με το δεδομένο βέβαια ότι το επιτρέπει και η υγεία.
Θυμάμαι εκείνη την 25άρα που παντρεύτηκε τον δισεκατομμυριούχο 80άρη που αλλού στις ΗΠΑ. Ναι εκείνη με τα χυμώδη και ποιηματικά μπαλκόνια. Ο 80άρης πέθανε σίγουρα ευτυχισμένος αφού καβάλησε τα μπαλκόνια και την βεράντα για καμιά δεκαετία. Η πρώην γυναίκα του δηλαδή αυτή πριν την 25άρα έκανε μήνυση στην 25άρα ζητώντας κάτι τις από την περιουσία του 80άρη. Νομίζω ότι έχασε και τα κράτησε όλα η 25άρα !!!!.
Κάποιον νόμο προτίθεται να περάσει και ο Γιωργάκης όταν και αν βγει ώστε μετά τον θάνατο του παππού η περιουσία να μοιράζεται στις ζώσες συζύγους ανάλογα με τα χρόνια που πέρασαν με τον παππού. Ξέρει άλλωστε ο Γιωργάκης εξ ιδίας πείρας τι πέρασε η μητέρα του απο την εθνική μπαλκονάτη αεροσυνοδό και την ροζ βίλα. Εμείς να δούμε. Κι ο Κωστάκης (λογοκρισία)
Γαμώ την φτώχεια μου, γαμώ.
Και εσύ μιλάς για ποίηση και για γράψιμο με μολύβι και όχι σε λαπτοπ. Εξασφάλισέ μου 30,000 Ευρώ τον μήνα (ναι μόνο τόσα χρειάζομαι) και μετά είμαι στην διάθεσή σου να σου απαγγέλλω ότι τραβάει η ψυχούλα σου. Κατά τα λοιπά ότι δεν φτάνουμε δεν πρέπει να τα χρωματίζουμε γιάπικα, ανούσια, ποταπά και άλλα χαμηλού επιπέδου τιποτένια.
Μην ξεχνάς υπάρχει και κάτι τι που λέει "όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια" Οι γιάπηδες το αλλάξανε και είμαι σίγουρος ότι ξέρεις ότι το κάνανε : "όσα δεν φτάνει η αλεπού πηδάει και τα φτάνει". Μια λύση για αυτούς που δεν αντέχουν: να κάνουν το logout μόνιμα.
Τι άλλο χρειάζομαι στα γεράματα;;; Υγεία, χρήμα και δυο ... μπαλκόνια να τ' αγναντεύω, να τα πασπατεύω και να τα διαβάζω Ελύτη την ώρα που θα τα ..... !!!
Σημ. : Πσσστ άκου ξανά : είναι μύθος οτι οι πλούσιοι μπαγάσηδες είναι δυστυχισμένοι και οι φτωχοί μεροκαματιάρηδες ευτυχισμένοι. Το ΄λέγαν παλιά αυτοί οι παλιοφασίστες για να απομυζούν στα κρυφά και να τα τρώνε στας Ελβετίας με μπαλκονάτες. Τώρα λόγω και παγκοσμιοποίησης όλα βγαίνουν στην φόρα και ο πλούτος δεν κρύβεται πιά. Οι CLK έγιναν τα φιατάκια που υπήρχαν άλλοτε. Το πρόσεξες;;;
Μία είναι η λύση γι' αυτούς που δεν αντέχουν: μόνιμο logout και απόσυρση στο Αγιονόρος. Γαμώ την φτώχια μου, γαμώ…

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2007

Χέρια Μαγικά...
και μυρωδιές από κόκκινες, ζαχαρωτές καραμελίτσες. Ο, εσαεί, λόγω εγγενούς εγωπαθούς αμφιθυμίας και ρηχότητος απαρνηθείς παράδεισος.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2007

Η ΕΛΛΑΔΑ, ΣΗΜΕΡΑ

Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά
Κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί
Τα νιάτα χάνονται στα βρώμικα σοκάκια
για να μετρήσουνε το μπόι τους στη γη
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, πάψε να με κυβερνάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, πάψε να με τυραννάς
Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς
Χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
κι η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς
Ρε μπάρμπα κάτσε να μάς πεις μια ιστορία
πώς ήταν τότες η μανούλα μας παλιά
Έπεφτε ξύλο σα γινόταν φασαρία
ή σάς νανούριζε με χάδια και φιλιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μου σπαράζεις τη καρδιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μου πληγώνεις τη χαρά
Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι
την κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ
Μητέρα, είπε, ήταν ένα κοριτσάκι
που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ
Τα άνθη στόλιζαν τ’ αγέρωχο κεφάλι
μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μου ’χεις φάει την ψυχή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί
Αυτή παιδιά μου ήταν τότες η μανούλα
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές
Το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα
κι απ’ τα κουρέλια του φαινότανε οι πληγές
Κι αν μάς χτυπάει με μανία και φωνάζει
την βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
Το όνειρο που φεύγει την τρομάζει
ν’ αναζητάει μια χαμένη ελευθεριά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μάνα στο καμίνι της φωτιάς
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, μάνα πες μας πάλι τι ζητάς
Μουσική/Στίχοι Γιάννης Μαρκόπουλος

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2007


Η Τέλεια Δημοσκόπηση...

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2007


Της μεταμορφώσεως, συνέχεια (και μετά τον Δεκαπενταύγουστο)
Φαίνεται λογικό να πούμε ότι η θρησκευτικότητα γεννιέται από τον τρόπο με τον οποίο η φύση σε μαθαίνει να την ατενίζεις.
Διηγούνται πως ο ιδρυτής του ζεν, της πιο εκλεπτυσμένης ίσως σχολής του βουδισμού, ο Μποντιντάρμα, έκοψε μια μέρα τα βλέφαρά του ώστε να μην τον ξαναπάρει ο ύπνος την ώρα του διαλογισμού, κι απ' αυτά τα κομμένα βλέφαρα, που έπεσαν στο χώμα, φύρτωσαν τα φύλλα του τσαγιού.
Ιδού -λένε- γιατί το ζεν και το τσάι έχουν την ίδια γεύση. Εννοείται ότι τέτοιοι θρύλοι αντηχούν οργανικές αλήθειες, τις οποίες διαισθάνεται ο άνθρωπος στην επαφή του με τον φυσικό κόσμο. Το ζεν, ας πούμε, δεν θα μπορούσε να έχει γεννηθεί παρά μόνο στην Ιαπωνία.
Οποιος άκουσε ή διάβασε έστω και το ελάχιστο γι' αυτή τη διδασκαλία καταλαβαίνει πως οι «ιδέες» που τη συγκροτούν, η έλλαμψη της στιγμής, ο αυτοματισμός, η έξοδος του θεϊκού υποκειμένου από τη σκηνή και η επιμονή στην εμπειρία του παρόντος χρόνου, όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να έχουν θριαμβεύσει στο επίπεδο του πολιτισμού παρά μόνον απέναντι σε μια φύση τόσο ευγενική και συνάμα εύθραυστη, τόσο περίπλοκη και συνάμα άδολη, τόσο διάφανη και «δίχως νόημα», όσο η γιαπωνέζικη. Το ζεν είναι η τροχιά της σταγόνας σ' ένα σωλήνα από μπαμπού, κελάδημα του γρύλου, ήχος της νιφάδας του χιονιού πάνω στο χρυσάνθεμο.
Φαίνεται λογικό να πούμε ότι η θρησκευτικότητα γεννιέται από τον τρόπο με τον οποίο η φύση σε μαθαίνει να την ατενίζεις.
Λαοί που κατοίκησαν έναν φυσικό κόσμο υπερβολικά κυκλοθυμικό, λαοί κατά βάθος μανιοκαταθλιπτικοί, όπως οι Ελληνες, συγκρότησαν θρησκευτικά συστήματα όπου τα άκρα, τα αντίθετα, το καλό και το κακό, ήταν στημένα σε δυο πόλους τέτοιους ώστε να επιτρέπουν, στο μεταξύ τους άνοιγμα, όλες τις πιθανές βαθμίδες των ενδιάμεσων καταστάσεων. Πολυθεϊσμός όπου μπορούσες να βρεις όλους τους ανθρώπινους χαρακτήρες, όλους τους τύπους επιθυμίας, όλα τα ρεύματα της επιείκειας ή της παραφροσύνης.
Καθώς το ανθρώπινο ον γλιστράει, εν προκειμένω, από την κατάθλιψη του χειμώνα στις εξάρσεις της άνοιξης, το μυστικό της οικειότητας με τον φυσικό κόσμο, απαράλλακτο από τους κλασικούς μέχρι τον Παπαδιαμάντη, απαιτεί γερά κότσια για να μην τρελαθείς, έστω κι από την ευτυχία. Σε τριγυρίζουν αμέτρητες θεότητες, νύμφες των δασών, νηρηίδες των υδάτων, ημίθεοι κάθε είδους, άγγελοι και αρχάγγελοι, ένας για κάθε ξεχωριστό στίγμα της φυσικής και ηθικής ζωής, ψυχοπομποί που μεταφέρουν οιωνούς, τερατάκια και διάβολοι, όλοι αυτοί οι μεσάζοντες βρίσκονται εδώ και εκεί και παραδίπλα, στοιχειώνοντας τα πάντα. Τέτοιο είναι το σκηνικό του μεσογειακού φυσικού κόσμου που παρέλαβε ο χριστιανισμός.
Αυτός δεν γεννήθηκε στα Τέμπη. Οπως και οι άλλες δύο μονοθεϊστικές θρησκείες, ο ιουδαϊσμός και ο ισλαμισμός, αποκαλύφθηκε στην έρημο, εκεί όπου ο Μωυσής βλέπει τη βάτο και παραλαμβάνει τις εντολές, εκεί όπου προσεύχεται ο Ιησούς πριν από την κοσμική ζωή του, εκεί όπου ο Μωάμεθ θα θεμελιώσει το δικό του όραμα. Τι πιο φυσικό από το να σκεφτούμε πως ήταν, ακριβώς, η ομοιομορφία της ερήμου που ενέπνευσε στους εβραίους την ιδέα του ενός και μοναδικού Θεού; Η εικόνα του Θεού καθρεφτίζεται στην ενιαία, απέραντη σιωπή μιας ερήμου που σβήνει ομαλά στα προάστια, στους τόπους όπου κυκλοφορεί και δοκιμάζεται ο Λόγος.
Εδώ πέρα δεν βασιλεύει η πολυμορφία των νησιών του Ειρηνικού ή της ζούγκλας του Αμαζονίου, ώστε να νιώσει κανείς περικυκλωμένος από το πανδαιμόνιο των πνευμάτων, ούτε οι βίαιες εναλλαγές των τοπίων της κεντρικής Ασίας, που θα είχαν σαν επακόλουθο ένα άκαμπτο μανιχαϊκό σχήμα, ούτε η γλυκιά, η παράφορη και ψευδαισθησιακή φύση της ελληνικής ή της ιταλικής χερσονήσου, οπότε θα 'θελες να ονειρευτείς ένα πάνθεον με το οποίο να έχεις καθημερινό πάρε δώσε πίσω από τους θάμνους και μέσα στις σπηλιές και του οποίου το μουρμουρητό θα αντηχεί στο θρόισμα των φύλλων. Οχι, εδώ έπρεπε να καταλάβεις πως το δέος μπροστά στο Θεό είναι ακριβώς η ιλιγγιώδης απλότητα του Θεού. Ο Θεός δεν είναι σύνθετος.
Ετσι ξεκινούν οι μονοθεϊστικές θρησκευτικές εμπνεύσεις στην έρημο, σαν να λέμε στην έρημο μιας ψυχής που την αγγίζει ο προϊδεασμός της συμπαντικής πραγματικότητας. Το τοπίο είναι ένα, ο Θεός είναι ένας. Αν το νεύμα του Θεού εξαντλείται στην τήρηση του νόμου ή στα έργα της συμπάθειας ή στον υψηλό προσηλυτισμό, αυτά τα ιδανικά παραμένουν, με τη σειρά τους, μοναδικα και ενιαία. Μια τρομερή αλήθεια, η αλήθεια της απεραντοσύνης, η αλήθεια μιας αχανούς ολότητας, εισβάλλει στον πολιτισμό για να τον προσανατολίσει σε μια χρονικότητα ανεπίστρεπτη, σαν τη διάσχιση της ερήμου.
Η θεϊκή δικαιοσύνη, όπως την αντιλαμβάνονται οι εβραίοι, η αγάπη, όπως την αντιλαμβάνονται οι χριστιανοί, η Μοίρα και η Ιστορία, όπως την αντιλαμβάνονται οι μωαμεθανοί, αυτός ο ορίζοντας είναι - λένε - ολικός, απέραντος, άπειρος, τέλειος. Είναι η ερημιά, η ηρεμία από την ανάποδη.
Φαίνεται πως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι αποσπούσαν χρησμούς από την «άμμο που τραγουδάει», δηλαδή στα σημεία εκείνα όπου η άμμος από διοξείδιο του πυριτίου, εφόσον πατήσεις επάνω της, συντονίζεται σε μια ψηλή συχνότητα, εκπέμποντας μια μονότονη αλλά ευχάριση μουσική νότα. Οταν η άμμος είναι υγρή σωπαίνει, όμως όταν ζεσταθεί στον ήλιο επανέρχεται στη διαπασών.
Αυτό το απλό παράδειγμα δείχνει ασφαλέστερα από οποιοδήποτε άλλο ότι για κάθε τοπίο υπάρχουν ιδιαίτεροι οιωνοί, κι ότι αυτό που έλεγαν οι θεοί στους Αιγύπτιους δεν ήταν το ίδιο μ' εκείνο που έλεγαν στους Βίκινγκς. Ούτε οι Βίκινγκς είχαν ανάγκη να επινοήσουν έναν πολιτισμό του Μέτρου, όπως οι Έλληνες, διότι το μέτρο τους το παρείχε αφειδώς η καταχνιά.
Ετσι, για τις μονοθεϊστικές θρησκείες, μεταφορικά μιλώντας, οι οιωνοί της άμμου ήταν πάντα οι ίδιοι, διότι η άμμος τραγουδάει την ίδια νότα παντού. Να τηρείς το νόμο, ν' αγαπάς τον πλησίον, να πολεμάς τους άθεους, τέτοιες εντολές δεν αλλάζουν εύκολα. Είναι άτρεπτες, είναι άφθαρτες, όπως η έρημος. Και αν αφήνουν ένα ερώτημα να αιωρείται, πρόκειται για το ερώτημα που λέει: μέχρι ποίου σημείου επιτρέπεται να τις διορθώνει, κάθε ανθρώπινη κοινότητα, μέσα στα σύνδρομα της δικής της ιδιοσυγκρασίας, του δικού της κλίματος, του δικού της φυσικού κόσμου; Μέχρι ποίου σημείου είναι θεμιτό να ταυτίζουμε τον Ιησού με τον Άδωνη;
Σύμφωνα με το δόγμα ο Θεός είναι ένας, όμως στην πράξη, το ξέρουμε, η μυθολογία μας βρίσκεται σε πλήρη άνθηση. Τώρα το αν ένας αγαθοποιός Ποσειδώνας έγινε άγιος Νικόλαος ή αν ο Περσέας κατέληξε Αϊ Γιώργης, εξολοθρευτής δράκων, αυτό είναι αντικείμενο της λαογραφίας, όπως και το κατά πόσον η Παναγία διασταυρώνεται, σε κάποιο βαθύ υπόστρωμα του συλλογικού ασυνείδητου, με την Κυβέλη και τις μεγάλες Θεές-Μητέρες. Για να μην πούμε και για τον Ορφέα ή για τον Διόνυσο, που το χριστιανικό ασυνείδητο του χρωστάει τόσο πολλά. Το ερώτημα αντηχεί αλλού: είμαστε όντως πολυθεϊστές;
Δυστυχώς, αυτό πρέπει να απαντηθεί θετικά, και όχι μόνον επειδή οι εικόνες δακρύζουν κάθε που κάποιος παπάς αποφασίζει να ενθαρρύνει τη γενναιοδωρία των αφελών. Ο πολυθεϊσμός μας, όπως και των καθολικών, που είναι ως προς αυτό αρκετά πιο καπάτσοι, γίνεται διακριτός όταν τα οστά κάποιου οσίου μυροβολούν αποκλειστικά προς χάριν ηλικιωμένων κυριών, οι οποίες αγνοούν τη διαφορά ανάμεσα στην εικόνα και το εικονιζόμενο. Είναι οι ίδιες ακριβώς γριές που πέρασαν από το Δωδεκάθεο και τους κομπάρσους του, στους αγίους και τους αγγέλους, κι από κει στους ηθοποιούς της τηλεόρασης, με μια ευκολία που εκπλήσσει.
Να λοιπόν τι είδους ανάγκη θα μπορούσε να αιτιολογεί το Παράδοξο της Μεγάλης Εβδομάδας, δηλαδή μιας μοναδικής περίπτωσης μυθολογίας όπου ο Θεός πεθαίνει όχι το χειμώνα, όταν ο σπόρος θάβεται και η φύση έχει τα μαύρα της τα χάλια, αλλά την άνοιξη, όταν η φύση γεννιέται, λάμπει, αναστενάζει, ξυπνάει τα ειδύλλια από τη νάρκη. Αντίφαση, αμφιλογία, επαμφοτερισμός, χαρμολύπη, χαροποιό πένθος, πείτε το όπως θέλετε, δεν θα τσακωθούμε -σημασία έχει ότι, εδώ, ο πολιτισμός (αυτό που κάποτε ονόμαζαν «παράδοση») θέλει να διώξει τη δεισιδαιμονία, να σου πει ότι όχι, ο Θεός δεν είναι η φύση, η φύση είναι μια εικόνα της σοφίας του Θεού, αλλά όχι ο Θεός.
Το τσάι έχει τη λεπτή, πικρή, πνευματώδη γεύση του ζεν, όμως το να πίνεις τσάι, από μόνο του, δεν σημαίνει ότι φωτίζεσαι. Ο Θεός είναι ο αμνός, όμως το να καταβροχθίζεις το αρνί στη σούβλα δεν πα' να πει ότι μεταλαβαίνεις. Οι ασκητές ίσως έφευγαν για την έρημο όχι γιατί εκεί θα δοκιμαζόταν καλύτερα η αντοχή τους στον πειρασμό, όπως λένε οι θεολόγοι, αλλά επειδή η έρημος σου θυμίζει ότι ο Θεός είναι ένας. Ο μονότονος ορίζοντάς της παρουσιάζει, συνεπώς, την εικόνα μιας ιδιότητας του Θεού, όχι τον ίδιο. Αυτό είναι το Αποτέλεσμα Της Διάκρισης, που οι χριστιανοί το έφεραν από την έρημο και που, εδώ, σε τούτη τη γιορταστική φύση, την τόσο ανοιχτή στην προσωποποίηση, την τόσο θηλυκή και εκμαυλιστική, δεν ξέρουν πού να το αποθέσουν, πώς να το προβάλλουν πάνω στον κόσμο δίχως να πιάσουμε φωτιά….
Σημ.: Του Ασκαρδαμυκτί, ατενώς.

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2007

Της Μεταμορφώσεως, συνέχεια

Να, μια παραπέρα τοποθέτηση που εκκρεμούσε από το προηγούμενο θέμα μου. Την παραθέτω στην συνέχεια των μεταφυσικών, που με πιάνουν κάθε τέτοια εποχή, όπως επεσήμανε ο Ασκαρδαμυκτί σ' άλλο μου θέμα.
Θα ήθελα να δούμε και λίγο τους Αρχαίους Έλληνες. Η Θρησκεία τους ήταν μια θρησκεία που δεν συνδεόταν με την επιθυμία για αθανασία ούτε και με ένα σύνολο δογματικών αληθειών. Γι' αυτό και δεν έθετε εμπόδια στην ελεύθερη αναζήτηση της αλήθειας. Υπάρχει μήπως κάποια βαθύτερη σχέση ανάμεσα στον ελληνικό πολυθεϊσμό και στην επινόηση της δημοκρατίας; Για μένα είναι αλήθεια ότι ήταν μια πιο ανοιχτή και πιο φιλόξενη θρησκεία. Όπως είναι πιο ανοιχτή και πιο φιλόξενη μια θρησκεία στην οποία δεν υπάρχουν δόγματα, δεν υπάρχει «πιστεύω», δεν υπάρχει ιερό βιβλίο, με εξαίρεση ίσως ορισμένα πολύ μικρότερα ρεύματα, όπως οι ορφικοί, οι οποίοι είχαν βιβλία.
Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η αρχαιοελληνική θρησκεία δεν έχει την αξίωση να δώσει μιαν απάντηση στα μεγάλα προβλήματα στα οποία θέλουν ν' απαντούν οι θρησκείες: στο τι γίνεται μετά το θάνατο, στο τι είναι η αμαρτία και ποιος ευθύνεται γι' αυτήν. Οι άνθρωποι δεν πάνε στο ναό για να κατακτήσουν την αθανασία, μιαν ευτυχισμένη μεταθανάτια ζωή. Δεν υπάρχει δόγμα. Και από τη στιγμή που δεν υπάρχει θρησκευτικό δόγμα, όλος ο κόσμος μπορεί να έχει τη γνώμη του γι' αυτά τα προβλήματα. Γι' αυτό και γεννιέται η φιλοσοφία. Επειδή υπάρχει ένας χώρος που είναι χώρος ελευθερίας.
Τι είναι ο χρόνος, τι είναι το άπειρο, τι είναι το λάθος, τι είναι αυταπάτη, τι είναι η φαινομενικότητα και τι η αλήθεια;
Για όλα αυτά, για τα οποία ο δογματικός χριστιανός θέλει να προσδιορίσει μια πίστη για όλους, στην αρχαία Ελλάδα η συζήτηση παραμένει ανοιχτή. Και αφού όλος ο κόσμος μπορεί να μετέχει σ' αυτήν τη συζήτηση, προκύπτουν έτσι ο Παρμενίδης και οι σοφιστές ή ο Πλάτωνας ή ο Πυθαγόρας κ.ο.κ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει το μυθικό και το θρησκευτικό στοιχείο. Η διανοητική ζωή τρέφεται από τη συζήτηση και όχι από την πίστη σε αιώνιες αλήθειες.
Όταν επιστρέφουμε στη γένεση του μονοθεϊσμού - δηλαδή σε αυτό που θα αποκαλούσα ιουδαϊσμό, στις απαρχές της χριστιανικής μας εποχής - βλέπουμε ότι τα μεγάλα βήματα προς τα μπρος συμπίπτουν με μιαν εθνική απειλή, με μια κατάσταση απώλειας ταυτότητας, πολιτικού αναβρασμού. Στο μονοθεϊσμό βρίσκουμε τον ιδιαίτερο και αποκλειστικό δεσμό ανάμεσα σε μια προστάτιδα δύναμη και σ' έναν λαό. «Θα είσαι ο Θεός μου», «Θα είμαι ο λαός Σου». Η μετάβαση στη λατρεία τού ενός και μοναδικού Θεού πραγματοποιείται μέσα στο πλαίσιο της θεμελίωσης μιας κοινότητας. Καθώς μια κοινότητα τάσσεται αντίθετη προς την γειτονική της κοινότητα, εκδηλώνεται μια λατρεία για Θεό, ένα πάθος για Θεό, για έναν μοναδικό Θεό. Υπάρχει επομένως ένας Θεός που δίνει «εθνική» ταυτότητα, αποκλειστικός, που διεκδικεί την ιδιαιτερότητά του. Είναι, επομένως, αληθινό το ότι, στις απαρχές, η ιδέα του μοναδικού Θεού περιέχει κάτι το βίαιο.
Ο Μαξ Βέμπερ επαναλαμβάνει την θέση τού Νίτσε και λέει ότι οι Εβραίοι επινόησαν το μονοθεϊσμό εξαιτίας πολιτικών συμφορών. Αλλά όλοι οι λαοί έχουν γνωρίσει συμφορές και έχουν χαθεί ο ένας μετά τον άλλον. Ενώ, με συμφορές ή χωρίς συμφορές, ο εβραϊκός λαός είναι πάντοτε εκεί, με μια μυστηριώδη συνέχεια. Η «λατρεία» με την έννοια του βιβλικού Θεού δεν γεννήθηκε αλλού.
Έχουμε εδώ ένα μοναδικό φαινόμενο. Όλες οι θρησκείες συνδέονται με μια δομή που τη βρίσκουμε στους μύθους. Η σύγχρονη ανθρωπολογία είναι αντιχριστιανική, στο βαθμό που οι πρώτοι εθνολόγοι νόμιζαν ότι ο χριστιανισμός είναι ένας μύθος του θανάτου και της ανάστασης, όπως οι άλλοι. Ενώ οι χριστιανοί φοβούνται ότι η μελέτη των μύθων προσβάλλει την ταυτότητα του χριστιανισμού και των άλλων θρησκειών. Εγώ νομίζω, αντιθέτως, ότι χρειάζεται να εμβαθύνουμε σε αυτήν τη βαθιά ομοιότητα ανάμεσα στους πολυθεϊσμούς και στο χριστιανισμό.
Θα συγκερράνυα τις απόψεις του προλαλήσαντος, δηλαδή εμένα, η ομοιομορφία της φύσεως τείνει να γεννήσει τον μονοθεϊσμό, είτε (στον αντίποδά του) τον ανιμισμό (ζούγκλα, στέππες), στα αίτια της ελληνικής σκέψης που αναδιφά και θρησκείας που δεν διεκδικεί θα πρέπει να ταγεί στην πρώτη θέση, περισσότερο και από το κλίμα, ο χάρτης της Ελλάδος (για λόγους, τους οποίους ο προλαλήσας σίγουρα κατανοεί, ώστε να μην χρειάζεται να αναλύσω) από την άλλη πλευρά, η «οσμή» της μονοθεΐας είναι τόσο ισχυρά «πατριαρχική», ώστε να υποδηλώνει λαό και κοινωνία μονίμως συσπειρούμενους και σε συνεχή απειλή (Φτου, πάλι με συνεπαίρνει η σύνθετη γλώσσα…)
Ο μονοθεϊσμός αποκλείει την ανεκτικότητα προς τις αλλόθρησκες παραδόσεις του περιγύρου του, εγείρει την αξίωση της αποκλειστικότητας και της ανωτερότητας της δικής του πίστης και μετέρχεται πολεμικά μέσα για να επιβάλει την πεποίθηση στην ύπαρξη και δράση εντός της ιστορίας και της κοινωνίας Ενός και Μοναδικού Θεού με αποκλειστικώς αρσενικά, ανδροκρατικά και πατριαρχικά χαρακτηριστικά (Θεός Πατέρας, Πατριάρχης κλπ.), υποτιμώντας το δεύτερο φύλο και οικοδομώντας μια θρησκευτικότητα αρρενωπή, πολεμική, πατριαρχική, ανάλγητη και βίαιη.
Όπως σημειώνει η Ρετζίνα Σβαρτς, η «αρχή της μοναδικότητας» (μία γη, ένας λαός, ένα έθνος) και μάλιστα στη μονοθεϊστική σκέψη (μία θεότητα) γίνεται απαίτηση για αποκλειστική συμμαχία, η οποία απειλεί με τη βία του αποκλεισμού. Όταν αυτή η αντίληψη μεταφράζεται σε κοσμικό σχηματισμό λαών - ένα έθνος υπό την προστασία του Θεού- γίνεται περισσότερο απειλή παρά πηγή σιγουριάς». Ο μονοθεϊσμός φαίνεται να εντείνει τη βία στη θρησκεία, επειδή μετατρέπει τη θυσία σε αυτοθυσία, μεταστοιχειώνει τη ζωοθυσία σε ανθρωποθυσία και οξύνει την επιθετικότητα των πιστών εναντίον των απίστων με τη νομιμοποίηση της αποκλειστικότητας και της μοναδικότητας του θείου.
Οι τρεις μονοθεϊσμοί αναγνωρίζουν τον πατέρα του Ισαάκ ως κοινό πατριάρχη τους, γενάρχη της μονοθεϊστικής πίστης και προπάτορά τους. Δεν μένει αμφιβολία ότι η βία και η θρησκεία διασυνδέονται στενότατα κι εσώτατα. Ας σημειωθεί όμως ότι δεν ευθύνεται πρωταρχικά ή αποκλειστικά η θρησκεία για μια τέτοια οδυνηρή διασύνδεση με τη βία. Η κοινωνία είναι ο φυσικός αυτουργός της βίας, ενώ η θρησκεία παραμένει ο ηθικός συναυτουργός της. Η κοινωνία απαιτεί τον αυτοπεριορισμό και την αυτοθυσία των ορμών και των εγωιστικών απαιτήσεων του ατόμου προς όφελος της ομάδας.
Η ανεπαρκής ανταπόκριση του ανθρώπου στην κοινωνική απαίτηση για αυτοπαραίτησή του οδηγεί στη βίαιη επιβολή περιορισμών από το κοινωνικό σύνολο επάνω στο ανθρώπινο υποκείμενο δια μέσου δύο θεσμικών μηχανισμών, ενός επίγειου-οριζόντιου, που είναι το κράτος, και ενός επουράνιου-κατακόρυφου, που λέγεται θρησκεία. Δεν φαίνεται, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία η διάκριση των θρησκειών σε μονοθεϊστικές και πολυθεϊστικές, με την έννοια ότι ο μονοθεϊσμός φαντάζει βιαιότερος του πολυθεϊσμού. Και οι δύο αυτές ομαδοποιήσεις των θρησκευμάτων εδράζονται στη θυσία και κατά λογική συνέπεια τόσο ο μονοθεϊσμός όσο και ο πολυθεϊσμός ενέχονται στη βία εξίσου.
Άλλωστε, δεν έχει νόημα για τα θύματα της ιστορίας να αναρρωτιόμαστε ποιος δήμιος είναι βιαιότερος ή ποιος εκτελεστής μοιάζει ανώδυνος. Καμία θρησκεία δεν είναι αναίμακτη, όπως καμία επανάσταση δεν υπήρξε αναίμακτη, καμία εξέγερση δεν ήταν «βελούδινη» και καμία ανταρσία δεν έγινε ανώδυνα. Ας υπενθυμίσουμε την έκβαση της θυσίας του Αβραάμ και ας ευχηθούμε στο μέλλον οι μονοθεϊσμοί του Ισραήλ, της Εκκλησίας και του Ισλάμ να μιμηθούν το γενάρχη της πίστης τους. Ο Αβραάμ δεν ολοκλήρωσε την ανθρωποθυσία του μοναχογιού του, αθέτησε την υπόσχεσή του με την πρωτοβουλία του Θεού κι έτσι σώθηκε μια ψυχή, ο Ισαάκ, και γεννήθηκε μια ολότελα καινούργια πίστη, ο μονοθεϊσμός.
Μακάρι να συμβεί το ίδιο σήμερα και να επαναλαμβάνεται εσαεί στο μέλλον: η θυσία να γίνει αυτοθυσία, η πίστη να παραιτηθεί από τη βία και ο αντίποδάς της, δηλαδή ο έρωτας, να επικρατήσει ακολουθώντας την κληρονομιά του «θείου έρωτος», που αφθονεί στους μονοθεϊσμούς, δίνοντας εύχυμους καρπούς μέσα στην ιστορία. Η φιλοσοφία στην Ελλάδα, είχε ξεπεράσει τον πολυθεϊσμό (αναφέρομαι στο απόλυτο ΕΝ των Πυθαγορείων, την "ιδέα" του Αγαθού του Πλάτωνα που ταυτίζονταν με την έννοια του Θεού και όχι πολλαπλότητας Θεών). Οι ιδέες αυτές δεν γεννήθηκαν σε περιβάλλον βίας και τρομοκρατίας, αλλά ελεύθερης και δημιουργικής σκέψης.
Η φιλοσοφία και η θρησκεία στην Ελλάδα συνυπήρχαν. Η πνευματική ελευθερία είναι ο φόβος και ο τρόμος του δογματισμού που θέλει τα πράγματα οροθετημένα, περιχαρακωμένα. Έτσι όταν μιλάμε για μονοθεϊσμό, δεν αναφερόμαστε στον ελεύθερο φιλοσοφικό μονοθεϊσμό αλλά στον δογματικό θρησκευτικό μονοθεϊσμό που έχει κατορθώσει να πείσει ότι έχει κατοχυρώσει μονοπωλιακά δικαιώματα επί του Θείου. Κοντολογίς, το κόπυράιτ... Ο μονοθεϊσμός έτσι όπως περιγράφεται, επινοήθηκε από τις πολιτικές, οικονομικές και εθνικές σκοπιμότητες των Ιουδαίων και όχι χάριν αναζήτησης της Αλήθειας.
Και λόγω ... των ημερών, ο Χριστός ήταν Διδάσκαλος και δεν έφτιαξε ο ίδιος καμμία θρησκεία. Αυτή η «παράλειψη» τακτοποιήθηκε από τους επιγόνους!